Χήρα

χήρα

Η πομπή ανέβαινε αργά μέσα από τα δρομάκια του νεκροταφείου της Ανθούπολης. Μπροστά πήγαινε η μπάντα του Δήμου Πατρέων παίζοντας πένθιμα εμβατήρια. Ακολουθούσε το φέρετρο με το νεκρό, η χήρα του και πιο πίσω τα παιδιά του, οι λοιποί συγγενείς, οι φίλοι και οι γνωστοί.

Η χήρα προχωρούσε ακριβώς πίσω από το φέρετρο. Φορούσε ένα μαύρο ολόσωμο φουστάνι που άφηνε ανοιχτό το λαιμό της. Τα καστανόξανθα μαλλιά της  καλοχτενισμένα έφταναν μέχρι τους ώμους της. Το βήμα της ήταν σταθερό αλλά το βλέμμα της παγωμένο και απόμακρο.

Περπατούσε χωρίς να έχει κανέναν δίπλα της και χωρίς να συμμετέχει στους θρήνους που ακουγόντουσαν από την υπόλοιπη οικογένεια. Και όσο περπατούσε περνούσαν από το μυαλό της όλη η κοινή της ζωή με τον νεκρό πλέον άντρας της. Από τη πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων του 1955 και είχε κανονίσει με τη παρέα της να παρακολουθήσουν μια θεατρική παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο Απόλλων, στη πλατεία Γεωργίου.

Ο καιρός ήταν απρόσμενα καλός για την εποχή. Έφτασαν λίγη ώρα πριν ξεκινήσει η παράσταση και μπήκαν στο φουαγιέ συζητώντας. Τότε, ένιωσε ένα βλέμμα πάνω της. Κοίταξε γύρω της απορημένη και αμέσως τον είδε. Στεκόταν μαζί με κάποιους άλλους που του μιλούσαν. Αλλά μάλλον δεν τους άκουγε. Γιατί τα μάτια του, ήταν καρφωμένα πάνω της. Την κοιτούσε επίμονα, διεισδυτικά. Και δεν  ήταν ένα απλό κοίταγμα…

Άφησε τους συνομιλητές τους και κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Τη κοίταξε μέσα στα μάτια και αυτή ένιωσε το βλέμμα του να χώνεται στα πιο κρυφά σημεία του μυαλού της. Της χαμογέλασε, έσκυψε για να της κάνει χειροφίλημα και της είπε: “γοητευμένος”. Αμέσως μετά γύρισε την πλάτη του και την εγκατέλειψε, χωρίς να συστηθεί ή να της μιλήσει περαιτέρω.

Σαν στήλη άλατος είχε μείνει. Το σούσουρο ήδη είχε ξεσπάσει γύρω της. Αυτός ήταν γύρω στα 65, χήρος, επιτυχημένος επιχειρηματίας,  μεγάλο όνομα της τοπικής κοινωνίας, γνωστός για την περιουσία του αλλά και για τις κατακτήσεις του.

Αυτή, ζωντοχήρα, πατημένα 38, ψηλή, όμορφη και από οικογένεια με καλό όνομα που είχε τον τρόπο της. Είχε παντρευτεί στα 25 της, με δική της επιμονή και παρά της αντιρρήσεις των δικών της. Ωστόσο όταν λίγους μήνες μετά όταν κατάλαβε ότι ο γάμος αυτός ήταν ένα τεράστιο σφάλμα, δεν δίστασε να τον διαλύσει και να γυρίσει στο πατρικό της. Έκτοτε ζούσε τη ζωή της ανέμελά και αρνιόταν πεισματικά να ξαναπαντρευτεί, μιας και οι προτάσεις δεν της έλειπαν.

Τη ξαναπλησίασε στο διάλλειμα. Αυτή τη φορά ήταν ομιλητικότατος. Δεν δίστασε να ανταποκριθεί στο φλερτ του. Παρόλο που ήταν πολύ μεγαλύτερος της, ο δυναμισμός του ήταν κάτι το ασύλληπτο. Δέχτηκε να φύγουν μαζί μετά την παράσταση, αφήνοντας και οι δύο πίσω τις παρέες τους.

Εκείνο το πρώτο βράδυ έγινε δική του. Χωρίς κανένα δισταγμό. Ακολούθησαν βόλτες, ρομαντικά δείπνα, πολύωρες συζητήσεις, λουλούδια που της έστελνε σχεδόν κάθε μέρα και μόλις δύο περίπου μήνες μετά, η πρόταση γάμου.

Την οποία και επίσης αποδέχτηκε χωρίς κανένα δισταγμό. Οι δικοί της δεν έφεραν καμιά αντίρρηση. Προσδοκούσαν βλέπεις συνεταιρισμούς και οφέλη. Και οι δικοί του; Οι δικοί του, όπως της είχε περιγράψει, είχαν εναντιωθεί όσο μπορούσαν.

-“Μα τι πας να κάνεις, ξέρεις πόσο χρονών είσαι;” του αντέτεινε η κόρη του. “Και πολύ καλά μάλιστα”, της απάντησε, “εσύ μήπως θυμάσαι πόσο χρονών είμαι; ”

-“Μα, σε θέλει για τα λεφτά σου”, φώναξε σχεδόν υστερικά ο δεύτερος του γιος, το στερνοπαίδι του. “Καλά κάνει”, του ρθε η αποστομωτική απάντηση.

-“Πατέρα”, προσπάθησε να επέμβει, ο μεγάλος του γιος, είσαι 65 χρονών, έχεις καρδιά και τη γνωρίζεις τόσο λίγο. Ίσως θα έπρεπε να περιμένεις λίγο”.

Τους χαμογέλαγε γενναιόδωρα. Οι λέξεις βγήκαν από το στόμα του αργά-αργά. Και ο τόνος ήταν σφυριχτός. Σαν να ακόνισες το ατσάλι.

“Εδώ και 25 χρόνια που έχασα τη μάνα σας δεν μπήκε καμιά μέσα στο σπίτι.  Πάλεψα μόνος μου, πατέρας και μάνα μαζί να μη σας λείψει τίποτα. Σας μεγάλωσα στα πούπουλα, με γκουβερνάντες και υπηρέτριες. Σας έστειλα στα καλύτερα σχολεία και σας έφτιαξα τις δικές σας δουλείες. Και σαν ήρθε η ώρα να παντρευτείτε, δε σας έκανα έλεγχο και κουμάντο. Έτσι λοιπόν δε θα μου κάνετε και σεις τώρα. Και στο κάτω-κάτω και σεις και τα παιδιά σας είστε εξασφαλισμένοι. Ή μήπως θα με κοιτάξετε όταν έρθει η ώρα μου; Γιατί από όσο βλέπω, με θυμόσαστε μόνο, όταν με έχετε ανάγκη.”

Δεν τόλμησαν να του φέρουν άλλες αντιρρήσεις. Και έκτοτε κράτησαν τις αποστάσεις τους από αυτήν. Αυτόν τον έβλεπαν μόνο στο γραφείο του.

Το σκάνδαλο που ξέσπασε όμως μόλις μαθεύτηκε το ειδύλλιο και ο γάμος ήταν τεράστιο. Και αν μπορούσαν να τη λιθοβολήσουν θα το έκαναν. Φίλοι και γνωστοί απομακρύνθηκαν. Και τη θέση τους πήραν άπειροι καλοθελητές που δεν παρέλειπαν να της προσκομίζουν τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν.

“…Για τα λεφτά του, τον τύλιξε, ποιος ξέρει θα του κανε και μάγια, μπα και δεν της φαινότανε, μα πως τα κατάφερε, εδώ δεν τα κατάφεραν άλλες και άλλες…”

Έκλεισε τα αυτιά της σε όλα αυτά. Άλλωστε τα περίμενε. Μόνο που καμιά φορά την έπιανε παράπονο. “Μα κανείς δεν σκέφτεται ότι και η δική μου οικογένεια έχει χρήματα; Μα κανείς δεν σκέφτεται ότι δεν είχα ανάγκη να παντρευτώ; Μα κανείς δεν σκέφτεται ότι μπορεί κάτι να νιώθω για αυτόν τον άνθρωπο;”

Αυτός τότε έβλεπε το βλέμμα της, καταλάβαινε τη σκέψη της και της έπιανε στο χέρι ψιθυρίζοντας : “μη σε νοιάζει τι λένε οι άλλοι, μόνο να σε νοιάζει τι αισθάνομαι εγώ για σένα και τι εσύ για μένα…”

Η ζωή τους κύλισε γρήγορα, όχι πάντα χωρίς προβλήματα. Βλέπεις η καρδιά του ήταν σε τέτοια κατάσταση που τον ανάγκασε πολλές φορές να ταξιδέψει στην Αθήνα και να νοσηλευτεί. Και αυτή, να μη λείπει από δίπλα του και να προσεύχεται με όλη τη δύναμη της ψυχής της.

Είχαν περάσει δέκα περίπου χρόνια. Εκείνο το απόγευμα έκαναν την βόλτα τους στη προκυμαία του Αγίου Νικολάου. Κρατιόντουσαν χέρι-χέρι περπατώντας σαν έφηβοι, όταν της έσφιξε τη παλάμη με δύναμη. Τον κοίταξε ξαφνιασμένη και τον είδε απλώνει το χέρι του στη καρδιά του κα να λυγίζει.

Στις κραυγές της έτρεξαν όλοι όσοι ήταν εκεί γύρω. Και το ασθενοφόρο ήρθε πολύ γρήγορα. Αλλά…

Η κηδεία κανονίστηκε για την μεθεπόμενη. Όμως με απαίτηση των παιδιών του, που καθόντουσαν σε αναμμένα κάρβουνα, αντίγραφο της διαθήκης του τους διαβάστηκε, την αμέσως επόμενη μέρα.

Καταστήματα και σπίτια στο κέντρο και στη συνοικία της πόλης, κτήματα, χωράφια, καλλιέργειες και κοπάδια στην Οβριά, στην Αγυιά, στο Καστρίτσι, στο Αίγιο, μετοχές στην Achaia Claus, στου Λαδόπουλου, στην Πειραϊκή Πατραϊκή, στο Αστικό Κτελ, καταθέσεις, ομόλογα και χρυσές λίρες σε τράπεζες. Η περιουσία του έφτανε σε ύψος ασύλληπτο, που κανείς δεν γνώριζε. Ούτε η ίδια ούτε τα παιδιά του. Και τα άφηνε όλα σε αυτήν, ευχαριστώντας την για την αγάπη που του έδωσε και για όσα πέρασε για αυτόν…

Με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης της διαθήκης από τον συμβολαιογράφο και μπροστά στα αμήχανα μάτια του, τα παιδιά του πετάχτηκαν έξαλλα όρθια.

-“Για αυτό τον τύλιξες, ελπίζω τώρα να είσαι ευχαριστημένη”,  σφύριξε μέσα από τα δόντια του, η μεγάλος του γιος.

-“Σκρόφα μας άφησες στον δρόμο” ούρλιαξε υστερικά η κόρη του.

-“Παλιοπουτάνα, πέτυχες το σκοπό σου, τσίριξε ο μικρός του γιος.

-“Δε θα σε αφήσουμε έτσι. Θα ζητήσουμε την ακύρωση της διαθήκης. Και ακόμα και αυτό αν δεν πετύχουμε, θα ζητήσουμε την ακύρωση του γάμου. Θα σε καταστρέψουμε”, συνέχισε ο μεγάλος του γιος.

Έμεινε ακίνητη στη θέση της. Δεν την ενδιέφερε τίποτα από όσα άκουγε. Τους κοίταξε κουρασμένα και τους είπε κάτι που τους άφησε άναυδους. “Σας παραχωρώ τα πάντα. Το μόνο που θα κρατήσω είναι το σπίτι που ζήσαμε μαζί, στα Ψιλά Αλώνια”.

Τέτοια εύκολη νίκη, κανείς τους δεν την περίμενε.

Η νεκρώσιμη ακολουθία τελέστηκε στην την επόμενη μέρα στο Ναό του Αγίου Ανδρέα και την παρακολούθησε σχεδόν η μισή πόλη. Επίσημοι, συνεργάτες και υπάλληλοι του, απλός λαός που είχε τη περιέργεια να δει την οικογένεια του νεκρού.

Και σαν έφτασε η ώρα να περάσουν για να συλλυπηθούν αυτήν και τα παιδιά του που καθόντουσαν δίπλα-δίπλα, δεν ήταν λίγοι αυτοί που πρόσεξαν την άκαμπτη στάση του σώματος της και το απλανές βλέμμα της.

Ένας από τους ανθρώπους που είχε και αυτός την περιέργεια να τη δει από κοντά, μόλις έπιασε το χέρι της, κατάλαβε ότι αυτό έκαιγε. Τη κοίταξε στα μάτια και κατάλαβε πόσο λάθος σκεφτόταν για αυτή τη γυναίκα τόσα χρόνια. Σκέψεις που δημιουργούσαν οι διαδώσεις και τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν.

Της απεύθυνε το λόγο δειλά : ”θα ήθελε να είστε δυνατή τέτοια ώρα. Συλλυπητήρια…”

Το βλέμμα της σαν να ζωντάνεψε για λίγο. Τον κοίταξε και του απάντησε, κρύβοντας με δυσκολία ένα λυγμό : “το έλεγε ο Ανδρέας, όταν πεθάνω θα σε δεχτούν…”

Η πομπή είχε φτάσει πια στο μνήμα. Ο παπάς διάβασε τα τελευταία λόγια και το φέρετρο τοποθετήθηκε στη θέση του. Τα κλάματα και οι οδυρμοί παιδιών και εγγονιών έσκιζαν τον αέρα. Μόνο η χήρα έμενε ακίνητη, με το βλέμμα παγωμένο και απόμακρο…

Γιώργης Ταξιδευτής

Share

Νύφη (Γάμος ήταν που δεν ήτανε να γίνει…)

νύφηΠροσπάθησε πολύ να τον μεταπείσει. Προέβαλε κάθε επιχείρημα. Άλλωστε μια χαρά ζούσαν τη ζωή τους έτσι. Τι τους χρειαζόταν ένας γάμος; Από τη φύση της ήταν πνεύμα ανεξάρτητο. Όσα χρόνια θυμόταν τον εαυτό της, της άρεσε η διασκέδαση, η χαρά, η βόλτα. Όχι όμως και οι δεσμεύσεις. Ήταν επιλογή της λοιπόν, να μην παντρευτεί και να μη κάνει παιδί. Δεν ήταν αυτή για τέτοια.

Έτσι είχε επιλέξει και τη συχνή, συχνότατη για να λέμε την αλήθεια, εναλλαγή ερωτικών συντρόφων. Στο σπαθί της δεν σήκωνε μύγα. Αν κάτι της βρώμαγε, δεν δίσταζε χωρίς συζήτηση να δώσει μια κλωτσιά στη καρδάρα και να χύσει όλο το γάλα. Ακόμα και αν μερικές φορές, ήταν πολύτιμο για αυτήν.

Είχαν περάσει από τα χέρια της τα καλύτερα παιδιά. Κάποιοι κιόλας είχαν τον τρόπο τους. Και είχε απολαύσει μαζί τους τη ζωή της ξέφρενα. Όταν όμως έφτανε η στιγμή που κάθε γυναίκα περιμένει με αγωνία, και της ξεφούρνιζαν μπροστά στα μάτια της ένα μονόπετρο, τους άφηνε άναυδους, απορρίπτοντας τη πρόταση τους ξερά.

Αυτή τη φορά όμως ήταν αλλιώς. Δεν την είχε ερωτευτεί μόνο. Τον είχε ερωτευτεί και αυτή! Δεν ένιωθε ένα απλό ενδιαφέρον ή μια περιέργεια. Τον είχε ερωτευτεί. Ωστόσο το βήμα το φοβόταν. Ήξερε ότι η διάθεση της και τα συναισθήματα της αλλάζουν εύκολα, όπως εύκολα αλλάζει και ο καιρός. Αν λοιπόν έκανε το μεγάλο βήμα και μετά το μετάνιωνε, τότε οι συνέπειες θα ήταν ολέθριες. Και για αυτήν αλλά και για αυτόν, που καταλάβαινε πόσο την αγαπούσε.

Έτσι όταν άρχισε να της δείχνει φυλλάδια διαφημιστικών με διακοπές σε ονειρεμένους προορισμούς, προσπαθώντας να μαντέψει ποιο ήταν το όνειρο της για το γαμήλιο ταξίδι, τον αποθάρρυνε.

Και όταν με τα πολλά δεν κατόρθωσε να αποφύγει την πρόταση που δεν ήθελε ούτε να σκέφτεται, προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη με όση δύναμη είχε. Του μίλησε για τα οικονομικά τους που ήταν άσχημα, για την δέσμευση που δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί, για τους γονείς της που διαφωνούσαν (σε αυτό έλεγε ψέματα αλλά ο σκοπός αγιάζει τα μέσα λένε) και για πάρα πολλά ακόμα.

Ωστόσο αυτός ήταν ανένδοτος. Και όσο αυτή επέμενε στο όχι της, αυτός επέμενε στο δικό του. Ώσπου της δήλωσε απερίφραστα : “ή γάμος και μαζί ή το διαλύουμε. Σε θέλω γυναίκα μου, να περάσουμε όλη της ζωή μαζί και να γεράσουμε μαζί. Και θέλω να κάνω παιδιά μαζί σου”.

Πόσο τη τρόμαζε αυτό το “να περάσουμε όλη τη ζωή μαζί”. Όμως το δίλλημα ήταν μεγάλο. Ούτε να τον παντρευτεί ήθελε, ούτε και να τον χάσει. Έτσι αναγκάστηκε να βάλει σε λειτουργία όλη της τη γυναικεία ευστροφία. “Εντάξει, να παντρευτούμε”,, του απάντησε. Και βάλθηκε από κει και πέρα σε έναν ανέλπιδο αγώνα, να του βάζει προσκόμματα. Σκηνοθέτησε αδιαθεσίες, επαγγελματικά προβλήματα, αρρώστιες των δικών της. Αλλά αυτός τσίτωνε και άρχισαν οι καυγάδες. Δεν ήταν βλέπεις και χαζός. Ερωτευμένος ήταν σίγουρα αλλά χαζός όχι.

Κατόρθωσε να κερδίσει λίγο χρόνο. Όμως το πράγμα δεν τράβαγε άλλο. Έτσι αναγκάστηκε να συναινέσει στο κλείσιμο ημερομηνίας και εκκλησίας. Και όσο οι μέρες προχωρούσαν, τόσο η ψυχή της φουρτούνιαζε και το μυαλό της σκοτείνιαζε. Ήταν στο χείλος ενός γκρεμού και δε μπορούσε να σταματήσει την πτώση που ερχόταν.

Η μέρα του γάμου πλησίαζε και ενώ αυτός έπλεε σε πελάγη ευτυχίας, αυτή βυθιζόταν στην απελπισία. Δεν είχε τρόπο να σταματήσει το γάμο και ταυτόχρονα να τον κρατήσει στη ζωή της. Ανίκανη να διαχειριστή την ήττα της, άρχισε να τον μισεί! Μα γιατί όλοι θέλανε, όχι αυτό που ήταν αλλά αυτό που ήθελαν οι ίδιοι να είναι; Γιατί κανείς δεν την αποδεχόταν όπως ήταν, αλλά την ονειρεύονταν ως μια πιστή σύζυγο με τη ρόμπα και τα μπικουτί στο κεφάλι; Όχι αυτό δεν θα το επέτρεπε! Και ειδικά σε αυτόν, που την ανάγκασε να αισθάνεται έτσι, θα του έδινε και ένα καλό μάθημα!

Έτσι, έβαλε σε εφαρμογή ένα τρελό σχέδιο που της γεννήθηκε στο μυαλό. Αν μετά από αυτό δεχόταν να την παντρευτεί, ε τότε πάει, ήταν τελείως παλαβός! Η μέρα του γάμου έφτασε. Από τη προηγούμενη είχε φτάσει στο σπίτι της το νυφικό, οι μπομπονιέρες και όλα τα υπόλοιπα. Δεν καταδέχτηκε να τους ρίξει ούτε μια ματιά. Και οι δικοί της, την κοίταζαν με απορία και περιέργεια. Πριν φτάσει η ώρα που έπρεπε να φορέσει το νυφικό, ζήτησε από τους γονείς της να πάνε στην πρώτοι στην εκκλησία και να τη περιμένουν. Φάνηκε παράξενο σε όλους αλλά επειδή τη ξέρανε, μεγάλες αντιρρήσεις δεν προέβαλλαν.

Και σαν έμεινε μόνη της, πήγε στη ντουλάπα της, ανασήκωσε κουτιά και σακούλες, έψαξε στο βάθος της, άνοιξε μια συσκευασία που είχε από μέρες προμηθευτεί και άρχισε να ετοιμάζεται.

Λίγη ώρα αργότερα κατέβαινε από τη λιμουζίνα μπροστά στην εκκλησία. Και έμειναν όλοι άφωνοι! Αν είχαν δει νύφες και νύφες, τέτοια όμως δεν είχαν ξαναδεί! Αυτή ανέβηκε με θράσος τα σκαλιά, αγνοώντας τα βλέμματα τα γεμάτα επίπληξη και το σούσουρο που ξέσπασε και στάθηκε κορδωτή-κορδωτή. Είχε φροντίσει να φτάσει πριν τον γαμπρό.

Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύ ώρα για να φτάσει και αυτός. Και μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο και την αντίκρισε παραλίγο να του έρθει κόλπος! Μα αυτή δεν ήταν η γυναίκα που ήξερε, που ερωτεύτηκε και που ήθελε να παντρευτεί! Δεν μπορεί κάποιο λάθος έγινε, αλλού πήγαν, σε άλλη εκκλησία, ή ίσως κοιμάται και βλέπει ένα κακό όνειρο, έναν εφιάλτη για την ακρίβεια.

Και πράγματι αυτό που έβλεπε έμοιαζε με εφιάλτη. Φορούσε ένα νυφικό με αβυσσαλέο ντεκολτέ, τόσο αβυσσαλέο που μόλις και μετά βίας κρυβόντουσαν οι ρώγες από το στήθος της. Στο ένα πόδι της που ξεπρόβαλε από το σκίσιμο, φορούσε λευκή ζαρτιέρα με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στη κορυφή! Και στο χέρι κρατούσε τσιγάρο με μακριά πίπα… Και σαν πλησίασε κοντά της, διαπίστωσε ότι και η πλάτης της όλη ήταν έξω…

Άναυδος έφτασε μπροστά της. “Πώς, πώς είσαι έτσι” κατόρθωσε να ψελλίσει. Για να πάρει την αποστομωτική απάντηση : “ήρθες αγοράκι μου; άντε, πάμε να σου βάλω τη κουλούρα, αφού τη θέλεις τόσο!”

Πραγματικά, κατόρθωσε να συγκρατηθεί με δυσκολία για να μη τη δείρει. Έσφιξε τα χέρια του γροθιές, φύσηξε, ξεφύσηξε και βαλαντωμένος γύρισε τη πλάτη του, μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε…

Γιώργης Ταξιδευτής

Share

Γιαγιά

11997169_987915094564760_1486404380_nΣε περίμενα στα σκαλοπάτια του σπιτιού. Ήταν ήδη μεσημέρι και ήξερα τις ώρες που γυρνούσες στο σπίτι. Σε είδα να έρχεσαι. Περπατούσες αργά, νωχελικά και φορούσες μια λευκή μπλούζα και μια μαύρη φούστα με πιέτες. Παρά το προχωρημένο της ηλικίας σου, ήσουν εξαιρετικά φροντισμένη. Τα μαλλιά σου φτιαγμένα στο κομμωτήριο περμανάντ, το κοκκινάδι σου, τα ψηλά σου τακούνια, τα σκουλαρίκια σου, τα βραχιόλια σου. Έτρεξα στην αγκαλιά σου και συ παράτησες τις τεράστιες όπως φαινόντουσαν στα μάτια μου γλάστρες, που κουβαλούσες και έσκυψες και με χάιδεψες.

Ήξερα ότι από εκείνη τη στιγμή θα περνούσαμε τη μέρα μαζί. Τα μεσημέρια με έπαιρνες στο κρεβάτι σου και για να κοιμηθώ μου διηγιόσουν ιστορίες από τη ζωή σου, διανθισμένες με μπόλικη φαντασία.  Άλλες φορές μου εξηγούσες τα φυσικά φαινόμενα με τη δική σου απλοϊκή λογική. – Άνοιξε ο Θεός τις βρύσες του και βρέχει, έλεγες. -Είδες πώς τα χει φτιαγμένα τα πράγματα Του…

Τα καλοκαίρια με πήγαινες με το αστικό, στη θάλασσα. Μου αγόραζες λουκουμάδες και με έβαζες να πλατσουρίζω δίπλα σου στα ρηχά, μιας και κολύμπι δεν ήξερες. Πλήρωνες πλανόδιους φωτογράφους να μας βγάλουν φωτογραφίες. Ακόμα τις έχω…

Τα βράδια με έπαιρνες και πηγαίναμε στη πλατεία. Μου αγόραζες παγωτά και καλαμπόκι. Σε κρατούσα από το χέρι και σε τραβούσα να πάμε στο σιντριβάνι, να βάλω το καραβάκι μου μέσα. Και σαν μου φεύγε το σκοινί από τα χέρια, ξεσήκωνες τον κόσμο, για να έρθει κάποιος να το πιάσει. Μετά, καθόμασταν στο παγκάκι και συ μου τραγούδαγες γλυκά. – Γιώργο μου θα φύγω, πάω στη ξενιτιά, πάω να με παντρέψουν με πολλά λεφτά. Δολάρια δεν θέλω μα πώς να σου πω..

Το 15 Αύγουστο με πήγαινες στο μοναστήρι της Παναγίας και κάθε φορά μου διηγιόσουν το τάμα που κάνες, όταν έπαθε ο γιος σου, σαν ήταν μικρό παιδί,  το ατύχημα και κάηκε. -Και τότε η κυρά Λουτσία έστειλε τη μάνα μου στο βουνό να βρει ένα βοτάνι. Ήταν η μόνη μας ελπίδα μιας και οι γιατροί το είχαν ξεγράψει το παιδί. -Βάλε το χέρι σου Παναγία μου και σώστο και σε όλη μου τη ζωή, θα σου φέρνω μια λαμπάδα ίσαμε το μπόι του, στη γιορτή Σου…

Σου άρεσαν πολύ τα ταξίδια και πάντα με έπαιρνες κοντά σου. Μπαίναμε στο υπεραστικό, και γυρνούσαμε τα χωριά της περιοχής για να επισκεφτούμε συγγενείς και οικογενειακούς φίλους. Καμάρωνες που σου λέγανε πόσα ψήλωσα! Όπου πηγαίναμε με μπούκωνες με όλων των ειδών τα φαγητά. –τρώγε, τρώγε και άλλο μου λεγες. Και σαν γύρναγες σπίτι, μου κουβαλούσες γιαούρτι σακούλας, σοκολάτες και μίκυ μάους για να μάθω να διαβάζω. -Κοίτα να μάθεις πολλά γράμματα, εμείς δουλεύαμε από μικρά παιδιά και δεν μπορούσαμε. Τις Κυριακές σε συνόδευα στην εκκλησία. Καθόμασταν πάντα στις μπροστινές θέσεις και στο τέλος με έπαιρνες από το χέρι και με οδηγούσες μπροστά στο παπά για να κοινωνήσω.

Σε όλες μου τις αταξίες ήσουν παραπάνω από υπομονετική μαζί μου. Ακόμα και όταν μουτζούρωσα ολόκληρο το σαλόνι με το στυλό είπες ατάραχα, -παιδί είναι, να παίξει θέλει! Και σαν η μάνα μου αποφάσισε να με στείλει στο νηπιαγωγείο, τη ρωτούσες, -μα θα το ταΐζουν το παιδί εκεί;

Κάθε φορά μου έβγαινες από το σπίτι πρόσεχες την εμφάνιση σου. Έβαφες τα νύχια σου, μακιγιαριζόσουν και άλλαζες ρούχα και κοσμήματα συνέχεια. Η μάνα μου διαφωνούσε με όλα αυτά. -Μεγάλωσες πια, σου λεγε, τι τα θες αυτά. Και τότε, κόρδωνες το κορμί σου και αγέρωχα, κοροϊδευτικά σχεδόν απαντούσες. -Κορίτσι μου εγώ δεν θα γεράσω ποτέ!

Πέρασαν τα χρόνια και όταν η δική μου οικογένεια ενώθηκε ξανά, μετακομίσαμε μακριά σου, σε άλλη πόλη. Το έτος περνούσε και το μόνο που με ένοιαζε ήταν πότε θα τελειώσει το σχολείο για να έρθουμε κοντά σου και να ζήσουμε μαζί ξανά, τις ίδιες στιγμές.

Και πραγματικά αυτό συνέβαινε, μόνο που τώρα είχαν προστεθεί και άλλα εγγόνια, αυτά του γιού σου. Έτσι είχες πολλά παιδιά να προσέχεις, να μοιράζεις την αγάπη σου και να κρέμονται από τα χείλη σου.

Πέρασαν και άλλα χρόνια. Μεγάλωσες και άλλο. Άρχισες να παραμελείς τον εαυτό σου. Κάθε φορά που ερχόμουν, σε έβλεπα όλο και πιο αλλαγμένη. -Μα, πώς άφησες  έτσι τον εαυτό σου, σε ρωτούσα. -Άσε παιδί μου με φάγανε τα βάσανα της ζωής, απαντούσες. Και όντως είχες και συ τα προβλήματα σου. Μόνο, που τότε δεν ήμουν ακόμα σε θέση, να τα καταλάβω.

Κάποια στιγμή αποφάσισες να δώσεις αντιπαροχή το σπίτι μας. -Δύο παιδιά έχω είπες, πρέπει να τους το μοιράσω. Άλλωστε εγώ μεγάλωσα. Τι το θέλω τόσο μεγάλο σπίτι… Το επισκέφτηκα πριν γκρεμιστεί. Γυρνούσα τα δωμάτια και έκλαιγα. Μπορεί δικό μου να μην ήταν αλλά ήταν το σπίτι που μεγάλωσα…

Λίγο καιρό μετά, ήρθα να σε βοηθήσω να εγκατασταθείς στο νέο σου σπίτι. Ανεβήκαμε στη ταράτσα και σου λεγα, στη δική μας ταράτσα είχαμε τη κληματαριά. Πήγαμε στον ακάλυπτο και σου ξανάλεγα,  να εδώ είχαμε τη μπανανιά μας. Αναστέναζες και μου λεγες με λύπηση -Άστα, αυτά τώρα, πάνε…

Ώσπου μια μέρα με πήρες τηλέφωνο. Άρχισες να μου μιλάς για μια εικόνα που είχες στο σπίτι. Ανοιγόκλεινε τα μάτια του ο Χριστός και σου μιλούσε. Τρόμαξα. Ήρθα σε πήρα και σε πήγα σε γιατρούς. Με ακολούθησες αδιαμαρτύρητα. Η γνωμάτευση με γέμιση πίκρα. Άνοια. Σου έδωσαν ένα σωρό φάρμακα. Ουσιαστικά, ποτέ δεν τα πήρες. Άλλωστε με τα φάρμακα ποτέ δεν τα είχες καλά.

Πέρασε και άλλος καιρός. Άρχισες να δημιουργείς προβλήματα. Να τα βάζεις με τους δίπλα, τους απέναντι και ένα σωρό άλλο κόσμο. Ο ένας θέλει να σε διώξει από το σπίτι σου για να στο φάει, ο άλλος έκανε φασαρία και δεν σε άφηνε να κοιμηθείς, ο τρίτος σου πετούσε πράγματα στο μπαλκόνι…

Τώρα πια δεν μπορείς να αυτοεξυπηρετηθείς. Και είναι πολλές φορές που δεν αναγνωρίζεις κανέναν μας. Φωνάζεις, έχεις ακόμα πιο συχνά παραισθήσεις και η ψυχή σου είναι σαν ένα τρομαγμένο πουλάκι που σπαρταράει. Κάθομαι δίπλα σου, παίρνω το χέρι σου στα χέρια μου και σου μιλάω γλυκά και ήρεμα, προσπαθώντας να τραβήξω το μυαλό σου από τις εικόνες που βλέπει. Δεν το πετυχαίνω πάντα. Πονάω να σε βλέπω έτσι. Αποζητώ τη γυναίκα που ήξερα. Τη κοκέτα, με το σπινθηροβόλο βλέμμα και την ταχύτατη αντίληψη. Εκείνη που θυμόταν αναλυτικά τα πάντα και δεν δίσταζε να πάει ακόμα και στο άλλο άκρο της πόλης για να βρει κάτι χρήσιμο για το νοικοκυριό της. Τη γιαγιά, που μοίραζε απλόχερα τα χρήματα και τα υπάρχοντα της, για να μας ικανοποιήσει όλους.

Ξέρω ότι εκείνη η γυναίκα δε μπορεί να γυρίσει πίσω. Και ξέρω καλά ότι έχεις πάρει το δρόμο για ένα ταξίδι, που γυρισμό δεν έχει…

Γιώργης Ταξιδευτής

Share

Από το μυθιστόρημα «Εις μνήμην»

images

Εκείνο το βράδυ ο Παναγιώτης την έκανε για πρώτη φορά δικιά του. Και όπως τα χείλη του ακουμπούσαν τα χείλη της και το  σώμα του πάλευε με το δικό της, ο πόθος του δεν έσβησε, άλλα φούντωσε περισσότερο. Ένιωθε σα τη τρικυμισμένη θάλασσα που έσκαγε πάνω σε βράχια και γυρνούσε ακόμα πιοδυνατή για να ξανασκάσει. Η φλόγα που τον έκαιγε τόσο καιρό τώρα αντί να κοπάσει, δυνάμωσε ξαφνικά, απότομα και έκαιγε κάθε σπιθαμή του κορμιού και της ψυχής του. Αλίμονο το βλεπε και ο ίδιος ότι, από αυτό που ζούσε δε θα μπορούσε να ξεφύγει ποτέ, σε τούτη τη ζωή. Ήταν πάνω και πέρα από τις δυνάμεις του. Καθώς φιλούσε το παρθενικό της λαιμό, η ένταση καθρεφτιζόταν στα μάτια του με τόση δύναμη που η Βάσω τρόμαξε. Αυτός ο άνθρωπος, ο άντρας της τώρα πια, ένιωθε πράγματι για αυτή τόσο μεγάλα πράγματα που δεν θα μπορούσε ποτέ να του τα ανταποδώσει.

Ωστόσο αφέθηκε στα έμπειρα χέρια του και έζησε τη πρώτη της νύχτα μαζί του, με όση δύναμη είχε το είναι της. Τόση δύναμη όμως που για τον Παναγιώτη δεν ήταν αρκετή. Και όταν το ξημέρωμα τους βρήκε αγκαλιά αποκαμωμένους, ο Παναγιώτης της ψέλλισε –και αν έγινες δική μου, δική μου δεν είσαι. Και αν τα μάτια μου δουν ότι κοίταξες άλλον ή ότι σε κοίταξε άλλος, πρώτα θα σε σκοτώσω και μετά θα σκοτωθώ… Η πομπή προχωρούσε αργά ανεβαίνοντας την Μαράτου με κατεύθυνση το νεκροταφείο της Ανθούπολης. Το φέρετρο το κρατούσαν τα αδέλφια του πεθαμένου και πίσω ακολουθούσε η μάνα του και κόσμος πολύς, συγγενείς και φίλοι. Η Αλεξάνδρα πρώτη στη πομπή προχωρούσε σχεδόν αγέρωχη. Κάποια μικρά ασταθή βήματα εδώ και κει και το κέρινο πρόσωπο της, πρόδιναν στιγμές-στιγμές το τι ένιωθε μέσα της. Η Βάσω από ώρα είχε σταθεί στη πόρτα του σπιτιού της και περίμενε. Σαν είδε τη πομπή γύρισε στην αδελφή της την Νικολίτσα και της είπε –δώσε  μου από το καλόγερο τη ζακέτα σου που είναι κρεμασμένη –έμπα μέσα δεν είναι σωστό αυτό που πας να κάνεις, της ανταπάντησε η αδελφή της. –μωρέ είναι δεν είναι, εγώ θα τη φορέσω. Άπλωσε το χέρι της πήρε μόνη της τη κόκκινη ζακέτα της αδελφής της τη φόρεσε, έβγαλε από μια τσέπη της και ένα κόκκινο μανό που βρήκε, στάθηκε στην κεφαλόσκαλο και άρχισε να βάφει να νύχια της αργά και επιδεικτικά.


Η Νικολίτσα την τράβαγε από το μπράτσο για να τη βάλει μέσα στο σπίτι. –Βάσω παλάβωσες τελείως, άντρας σου ήτανε στο κάτω-κάτω και ας χωρίσατε, έμπα μέσα τι ρεζιλίκια πράγματα είναι αυτά. –χάρε, χαρά που μου φέρες και λύπη που μου παίρνεις, ήταν η απάντηση της Βάσως και στύλωσε τα πόδια με λύσσα, μένοντας ακίνητη για να τη δουν όλοι που πανηγύρισε. Και πράγματι την είδαν. Και είδαν και στα μάτια της το άσβεστο μίσος για τον Παναγιώτη που δεν έλεγε να κοπάσει ούτε με το θάνατο του. Και αν δεν ήταν τόσος κόσμος μαζί τα αδέλφια του θα της είχαν επιτεθεί και θα τη σκότωναν. Ψιθύρισαν μονάχα καθώς περπατούσαν αργά κρατώντας το φέρετρο βρισιές και έτριζαν τα δόντια τους. Για αυτήν, αυτή η νεκρώσιμη πομπή ήταν ο θρίαμβος της, η δικαιοσύνη της και τέτοια χαρά δε θα ξαναζούσε ούτε και θα την άλλαζε για τίποτα.Σαν έφτασαν στο νεκροταφείο ο παπάς διάβασε τα τελευταία λόγια πάνω από τον νεκρό και τα αδέλφια του σήκωσαν το φέρετρο και αργά-αργά το τοποθέτησαν στο μνήμα. Ήταν η μοναδική στιγμή που είδαν την Αλεξάνδρα να λυγίζει, να χάνει την ισορροπία της και να λιποθυμά. Ίσως γιατί τότε ήταν που συνειδητοποίησε ότι ο αγαπημένος της γιος είχε πεθάνει και δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ πια. Ίσως πάλι γιατί κατάλαβε, έστω και τότε, ότι σε όσα έγραψε η μοίρα, δικαίωμα να παρεμβαίνουμε δεν έχουμε και αν το κάνουμε, το αντίτιμο θα είναι ακριβό, θα πονέσει και θα ναι και για πάντα. 

Γιώργης Ταξιδευτής.

Read this article in Engilsh
uk-icon

Share

Καλή αντάμωση…

19

Το χώμα δεν μπορεί να καλύψει συγκινήσεις, φιλίες, βόλτες, καφέδες και συζητήσεις. Δεν μπορεί να καλύψει βοήθειες, πολύωρα τηλέφωνα (ακόμα και από τη Βραζιλία), ξενύχτια, οδηγίες και καρδιοχτύπια. Το χώμα δεν μπορεί να καλύψει τίποτα από αυτά και κυρίως την αγάπη που μας έδωσες και την αγάπη που σου είχαμε. Και αν σε χάσαμε, προσωρινό είναι. Μια μέρα θα βρεθούμε ξανά. Να ξέρεις όμως ότι η θύμηση σου και συ μαζί, ζείτε στο μυαλό και στη καρδιά πολλών ανθρώπων. Και η φλόγα αυτή θα θεριεύει και θα μείνει ζωντανή για πάντα. Μέχρι να βρεθούμε ξανά…

Ήταν τιμή μου που ήσουν φίλος μου…
Γιώργης

Share

Γυναίκα

297564_469304453092496_1596264103_nΣτη Κατερίνα

Έσκυψε πάνω του και τον φίλησε στα χείλη. Ένα φιλί άγριο και παθιασμένο που τον έκανε να αισθανθεί ένα ρίγος στη σπονδυλική
του στήλη. Καθώς τα χέρια της ξεκούμπωναν το πουκάμισο του βιαστικά, το στόμα της διέτρεχε το λαιμό και το στήθος του. Τον ποθούσετόσο καιρό. Και απόψε τον είχε στα χέρια της. Όλο δικό της. Μια στιγμή, μια φορά, για αυτή τη ζωή. Αυτή τη στιγμή που περίμενε τόσα χρόνια. Αν και ήξερε ότι άλλη στιγμή δεν θα υπήρξε, μιας και οι δύο τους ήταν παντρεμένοι και η ίδια τουλάχιστον, δεν είχε καμιά πρόθεση να διαλύσει την οικογένεια της και να χάσει χρήματα, κοινωνική θέση και ότι άλλο πήγαζε από τον γάμο της,  αυτήν την ευκαιρία δεν θα την έχανε.

Αυτή τη στιγμή δεν την ένοιαζε τίποτα. Ούτε ο άντρας της, ούτε τα παιδιά της, ούτε η έρμη η μάνα της που ήξερε που βρισκόταν και με ποιο σκοπό και μαράζωνε από τον καημό της. Της ήταν όλα αδιάφορα. Ούτε τα σκεφτόταν ούτε καν πέρασαν από το μυαλό της. Λίγα λεπτά μετά, ήταν και οι δύο γυμνοί.
Τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του και κάθισε πάνω του. Τον αισθάνθηκε σκληρό πάνω στη κοιλιά της και φρόντισε γρήγορα να τον πάρει μέσα της. Άρχισε να κουνιέται άγρια, λυσσασμένα. Ας ήταν για μια φορά. Θα το ζούσε όμως. Με όλο το είναι της, τη ψυχή και το κορμί της.  Από τη μεριά του αυτός ένιωθε ήδη τη πυρκαγιά που την έκαιγε. Όχι πως τόσα χρόνια του ήταν αδιάφορη. Κάθε άλλο. Όμορφη γυναίκα ήταν. Αλλά τέτοια ένταση που ένιωθε, δεν την είχε ζήση με καμιά άλλη γυναίκα. Αφέθηκε να κυλιστεί στο πόθο μαζί της. Ας ήταν. Ας ξεχνούσε και χρέη και γυναίκα και παιδιά. Για κείνη μόνο. Μόνο για απόψε.

Τα κορμιά τους κυλίστηκαν πάνω στο καναπέ και στο χαλί. Μόλις ξαναβρέθηκε πάνω του, έσφιξε με μεγαλύτερη δύναμη τα πόδια της γύρω του. Αν ο άντρας της, την είχε κάνει να αισθανθεί έστω για μια φορά αυτό που αισθανόταν τώρα, θα μπορούσε να ζήσει την υπόλοιπη ζωή της ευτυχισμένη. Αλλά αυτός, πάντα σοβαρός και μετρημένος έμοιαζε να μη μπορεί να εξωτερικεύσει κανένα συναίσθημα. Αν είχε ποτέ του. Αντίθετα αυτή ήταν μια γυναίκα που ξεχείλιζε από συναισθήματα. Τόσο έντονα και παθιασμένα που δύσκολα θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν. Και έτσι μάζευε μέσα της. Μάζευε όπως μαζεύει το ηφαίστειο. Ένα ηφαίστειο, που απόψε, επιτέλους είχε  εκραγεί και η λάβα του έκαιγε τόσο την ίδια όσο και το ταίρι της.

Συνέχιζε να κουνιέται όλο και πιο άγρια πάνω του. Σύντομα, το πάθος της τον παρέσυρε σε τέτοιο σημείο που αυτός παραδόθηκε τελείως. Τα υγρά του πετάχτηκαν από μέσα του και συναντήθηκαν με τα δικά της υγρά. Αυτή χλιμίντρισε σαν άλογο. Η λαβή της χαλάρωσε, σηκώθηκε από πάνω του και ξάπλωσε δίπλα του. Αν και το πρόσωπο της έμοιαζε ανέκφραστο, το σώμα της είχε επιτέλους γαληνέψει.

Άναψε τσιγάρο και τραβήχτηκε στην άκρη του χαλιού. Αισθανόταν ακόμα τη καρδιά της να χτυπάει με τρελούς ρυθμούς και την ανάσα της να κόβεται. Χρειάστηκε όλη τη δύναμη της υποκρισία της για να δείξει ότι παραμένει απαθής. Αυτή, η Κατερίνα, γυναίκα, κύριος του εαυτού της, πλήρης πια, είχε πάρει από αυτόν αυτό που ήθελε. Αυτός προσπάθησε να τη πλησιάσει και να την αγκαλιάσει. Και τότε αυτή, του γύρισε τη πλάτη, σηκώθηκε και άρχισε να ντύνεται. Όταν διάβηκε το κατώφλι του σπιτιού του κλίνοντας τη πόρτα πίσω της και αφήνοντας της απορημένο, είχε ήδη αποφασίσει να τον βγάλει από το μυαλό της. Ότι έγινε-έγινε. Καιρός ήταν να γυρίσει σπίτι της, στο ρόλο της μάνας και της συζύγου. Περπάτησε στο δρόμο αγέρωχα και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της. Την ίδια στιγμή που τα τακούνια της χτυπούσαν στις πλάκες του πεζοδρομίου, η σιλουέτα της λικνιζόταν αργά-αργά, αποκαλύπτοντας μια γυναίκα χορτασμένη από τη ζωή.

Γιώργης Ταξιδευτής

Read this article in English
uk-icon

Share