Η πιο σημαντική μέρα του χρόνου

Μελινα.Τη πιο σημαντική μέρα του χρόνου θέλησα απόψε να μοιραστώ μαζί σας. Σαν σήμερα μερικά χρόνια πριν, ήρθε στη ζωή μου η Μελίνα. Ένα χαρωπό κουτάβι που άλλαξε τα πάντα και μου δίδαξε τόσα πολλά.

Κάθε χρονιά τέτοια μέρα, τη περιμένει το πρωί που ξυπνάει ένα καινούργιο παιχνίδι και μια όμορφη λιχουδιά. Και αφού κάνουμε τις βόλτες μας, γιορτάζουμε κόβοντας την καθιερωμένη τούρτα.

Βγάζουμε φωτογραφίες, τραβάμε βίντεο, τραγουδάμε το να ζήσεις Μελίνα και χρόνια πολλά.

Και αν τα χρόνια περνάνε, για μένα πάντα θα είναι το μικρό μου το κουτάβι. Και πάντα, μόλις θα μπαίνει στην αγκαλιά μου, θα νιώθω τα ίδια αισθήματα ευτυχίας και γαλήνης.

Στη Μελίνα λοιπόν, για όλα όσα μου προσφέρει.

Και σε σας, εύχομαι να νιώσετε την αγάπη ενός σκύλου και να αγαπήσετε όπως οι σκύλοι αγαπούν

Γιώργης Ταξιδευτής

Καλή χρονιά

Share

Με ρωτάνε καμιά φορά τι είναι σκύλος…

Τι είναι σκύλος

Με ρωτάνε καμιά φορά τι είναι σκύλος. Τότε συνηθίζω να απαντάω με το τι δεν είναι. Δεν είναι υποκατάστατο της σχέσης που διαλύθηκε ή δεν υπάρχει. Δεν είναι υποκατάστατο του παιδιού που δεν γεννήθηκε. Δεν είναι υποκατάστατο της απώλειας οικογενειακού μέλους.

Όχι, ο σκύλος δεν είναι υποκατάστατο. Σύντροφος μιας ολόκληρης ζωής είναι. Θα μοιραστείς μαζί του τη λύπη σου, τη χαρά σου, θα σου κάνει παρέα, θα χαίρεται όταν σε βλέπει και θα στο δείχνει και θα ζητάει από σένα μόνο κάτι λίγο. Να τον αγαπάς, να τον φροντίζεις και να τον προσέχεις. Έτσι γίνεται αναντικατάστατος για σένα. Αν, τον αγαπήσεις αληθινά…

Share

Πωλείται…

map_greeceΣε παλαιότερο σχόλιο μου είχα συγκρίνει τον κ. Τσίπρα με τον Ανδρέα Παπανδρέου.  Και αυτό, γιατί για μένα, έχει υιοθετήσει τις κινήσεις, τα λόγια και τη συμπεριφορά του Ανδρέα. Χαρακτηριστικές είναι εκφράσεις όπως το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, στη χώρα θα επικρατήσει αξιοκρατία, θα ανακουφιστούν τα νοικοκυριά, θα καταργηθούν τα χαράτσια, θα υπάρξει διαφάνεια, αξιοκρατία και κράτος δικαίου, κλπ.

Ας έρθουμε όμως στο σήμερα. Μετά από διαπραγματεύσεις μηνών, ο κ. Τσίπρας και αφού είναι πρωθυπουργός από τα τέλη Ιανουαρίου 2015, κατόρθωσε όπως δήλωσε να πετύχει τη αδιατάρακτη συνέχεια της χώρας στην ευρωζώνη. Υπογράφοντας ένα μνημόνιο, το πρώτο για τον ίδιο και, το τρίτο συνολικά για τη χώρα, μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια. Δήλωσε φυσικά, ότι με τα μέτρα ο ίδιος δεν συμφωνεί αλλά εκβιάστηκε για να τα υπογράψει. Και παρόλο που δεν το ήθελε και δεν τα πιστεύει, αναγκάστηκε να το κάνει για να διασφαλίσει τους έλληνες πολίτες από μια έξοδο από τη νομισματική ένωση, η οποία και θα αποτελούσε την πλήρη καταστροφή της χώρας. Ταυτόχρονα υποστήριξε ότι μισθοί και συντάξεις δεν θα μειωθούν και ότι καλύπτονται οι πιστωτικές ανάγκες του κράτους για τα επόμενα τρία χρόνια στα οποία η ανάπτυξη θα έρθει. Και αφού τόνιζε ότι έκανε και λάθη αλλά ταυτόχρονα ότι πάλεψε σκληρά αλλά οι καλές προθέσεις δεν φτάνουν, όπως τελικά συνειδητοποίησε, κάνοντας έτσι και μια υπεκφυγή κυβερνητικής απειρίας (στο τέλος της πρώτης τετραετίας ο Ανδρέας είχε κάνει και αυτός αντίστοιχη δήλωση) ζήτησε συνυπεύθυνους προκειμένου να συνεχίσει να κυβερνάει ώστε να μην επιστρέψουν οι μνημονιακές δυνάμεις στο τιμόνι της χώρας (!).

Ποια είναι όμως αυτά που δεν είπε; Και δεν είπε πολλά. Ας δούμε συνοπτικά :

  1. Με την αύξηση του ΦΠΑ, οι μισθοί και οι συντάξεις μειώνονται όσο και να ισχυρίζεται το αντίθετο,
  2. Ανάπτυξη με προκαταβολή φόρου επιχειρήσεων 100% για το επόμενο έτος, δεν μπορεί να έρθει,
  3. Ότι το χρέος της Ελλάδας πριν ακόμα από τα νέα δάνεια, είναι ήδη μη βιώσιμο (όπως παραδέχτηκε και το ΔΝΤ). Με απλά ελληνικά, ότι ΔΕΝ μπορεί να ξεπληρωθεί με κανένα είδους μέτρο και σε κανένα ορατό χρονικό πλαίσιο,
  4. Ότι οι δανειστές δεν δέχτηκαν κούρεμα του χρέους αλλά ΙΣΩΣ, κάποια επιμήκυνση του και αυτό θα το εξετάσουν στο μέλλον.
  5. Ότι σε κάθε αξιολόγηση τήρησης του προγράμματος και εφόσον οι στόχοι δεν πιάνονται, οι δανειστές θα ζητάνε πρόσθετα μέτρα. Με αναπόφευκτο να ζητήσουν και να εφαρμοστεί, μείωση και μισθών και συντάξεων.
  6. Ότι παραχωρείται σε εταιρία γερμανικών συμφερόντων το σύνολο της κρατικής περιουσίας (ΔΕΗ, Ελληνικό, ΟΠΑΠ, κα) και ότι θα πουληθούν όλα σε τιμές εξαιρετικά μικρότερες από τη πραγματική τους αξία, για να αποπληρωθούν δόσεις των δανείων,
  7. Ότι τα έσοδα που δίνουν αυτές οι εταιρίες δεν μπορούν να αντικατασταθούν,
  8. Ότι διεθνείς οίκοι ήδη θεωρούν τα νέα δάνεια απλά μια παράταση και προειδοποιούν για έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη, μέσα στα επόμενα χρόνια, αφού έχουν εκποιηθεί τα πάντα και το κράτος μείνει χωρίς έσοδα,
  9. Ότι αντί να χρηματοδοτούνται οι ελληνικές τράπεζες για να μη πτωχεύσουν (στην Ισλανδία πτώχευσαν και η χώρα είναι ήδη σε τροχιά ανάπτυξης), θα μπορούσαν να γίνουν έργα τα οποία θα βοηθούσαν τη χώρα (πχ τουρισμός, αξιοποίηση ολυμπιακών ακινήτων κλπ)

Και εδώ έρχονται τα ερωτήματα βροχή.

  1. Γιατί συνέχιζε τη διαπραγμάτευση αφού έβλεπε ότι σε κάθε προσπάθεια συμβιβασμού, οι όροι των δανειστών γίνονταν χειρότεροι;
  2. Γιατί να υπογραφεί μια τέτοια συμφωνία, όταν ήδη ο λαός σε δημοψήφισμα καταψήφισε τη προηγούμενη, που προέβλεπε μικρότερα μέτρα από τη συγκεκριμένη;
  3. Γιατί προσπαθεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι θα οδηγήσει την χώρα σε ανάπτυξη, ενώ ξέρει καλά ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει;
  4. Γιατί ξεχνάει τόσο εύκολα και προγραμματικές δηλώσεις και τα θα, που μοίρασε αφειδώς;
  5. Και εν τέλει, γιατί καταδικάζει τις επόμενες γενιές των Ελλήνων στην φτώχια, την ανέχεια και τη δυστυχία, υποσχόμενος απατηλά όνειρα;

Για πολλούς λόγους. Πρώτα από όλα γιατί ποτέ δεν πίστευε ότι υποσχόταν. Ύστερα, γιατί γνωρίζει καλά ότι ουσιαστικά, αντιπολίτευση δεν υπάρχει. Και φυσικά, γιατί κατόρθωσε να αναγνώσει εξαιρετικά επιτυχημένα, την προσωπικότητα του έλληνα και τους φόβους του. Και όπως το 81, ο Ανδρέας μοίραζε χρήματα που δανειζόταν, για να ικανοποιήσει την εκλογική του πελατεία και ταυτόχρονα να εξασφαλίσει δεσμούς άρρηκτους μαζί της, με την ίδια τακτική μοιράζει και αυτός τώρα, υποσχέσεις για ανάπτυξη, σταθερότητα και εξασφάλιση των κεκτημένων. Γιατί ουσιαστικά το μόνο που νοιάζει τη πλειονότητα των συμπατριωτών μας, είναι η ατομική τους περιουσία και η ατομική τους εξασφάλιση. Και όπως ξέρει καλά ότι ο λαός ξεχνάει εξαιρετικά εύκολα και πιστεύει ότι του υπόσχεσαι (είμαι σίγουρος ότι έχει διαβάσει πολύ Μακιαβέλι!) είναι βέβαιος, ότι με την δεινότητα του λόγου του θα κατορθώνει να τον χειραγωγεί και να τον ελέγχει, προκειμένου να συνεχίσει να διοικεί τη χώρα… Άλλωστε, ο αντίποδας που είναι μια μετάβαση σε δραχμή, θα ήταν δύσκολη τουλάχιστον για ένα χρόνο. Και αυτό είναι εξαιρετικά πιθανό ότι θα τον οδηγούσε στο τέλος του πολιτικού του βίου. Προτιμάει λοιπόν έναν ασφαλή δρόμο για τη συνέχιση της καριέρας του.

Θα παρατηρούσε κάποιος ότι με τη πολιτική αυτή αποδεικνύεται χειρότερος και πιο ανεύθυνος από όλους τους προκατόχους του μαζί. Βερμπαλιστής, ματαιόδοξος, ανίκανος, επικίνδυνος και ψεύτης. Ένας παλιάτσος που παρασέρνει με τα καμώματα του και τα μέλη του κόμματος τους και έναν ολόκληρο λαό που τον πίστεψε. Ένας εφιάλτης, που το έργο του ορίστηκε στο ξεπούλημα της χώρας και το διασυρμό της αριστεράς. Ωστόσο μαζί ξεχνάει πολλά. Πρώτο και καλύτερο, ότι αυτός που υπερεκτίμησε τις δυνατότητες του είναι το πιο εύκολο και το επόμενο θύμα. Ύστερα πως όταν τα πραγματικά αφεντικά θεωρήσουν ότι δεν τους είσαι χρήσιμος πια, σε στέλνουν σπίτι σου. Μετά, πως ο λαός αναζητάει διαρκώς σωτήρες. Και ότι πάντα υπάρχει κάποιος άλλος, με καλύτερη δεινότητα λόγου για να αναλάβει αυτό το ρόλο.

Ολοκληρώνοντας θα υπενθυμίσω, πρόσφατο άρθρο μου, στο οποίο τόνιζα ότι ο ίδιος θα επιλέξει την Αλεξάνδρεια που θα χάσει. Δεν επέλεξε να χάσει τους εταίρους. Επέλεξε να χάσει το κόμμα, το λαό και όποιο ίχνος αυτοσεβασμού είχε, αν είχε ποτέ. Και θα έρθει η ώρα που θα πάει σπίτι του.

Share

Αγαπητέ μου Αλέξη…

ts
Αγαπητέ μου Αλέξη,λίγες μέρες μόλις πριν, έθεσες στο λαό, τη πρόταση για ένα μνημονιακό νόμο και του ζήτησες να ψηφίζει όχι. Ο λαός συντάχθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του μαζί σου και σου έδωσε με συντριπτική πλειοψηφία αυτό που ζήτησες. Ωστόσο, χτες κατέθεσες στη Βουλή έναν αντίστοιχο νόμο, με πολύ χειρότερα, κατά τη γνώμη μου μέτρα, από αυτά που ανέφερε, ο πρώτος νόμος. Σαφώς καταλαβαίνω, ότι δεν επιθυμείς να είσαι εσύ ο “μοιραίος άνθρωπος” που θα βγάλει την χώρα μας από την ευρωζώνη και ενδεχομένως από την Ένωση. Εδώ όμως οφείλω να θυμηθώ την παροιμία, που ο λαός μας χρησιμοποιεί συχνά : “και τη πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο”. Σας έμπειρος πολιτικός που είσαι, μιας και ασχολείσαι με τη πολιτική από μικρό παιδί και έχεις φτάσει ήδη 40 ετών, γνωρίζεις ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο. Και την θέση του πρωθυπουργού να κρατήσεις και τους ‘εταίρους’ να ικανοποιήσεις και ταυτόχρονα το κόμμα σου και το λαό. Βλέπεις τα συμφέροντα όλων αυτών, είναι διαμετρικά αντίθετα είναι αντικρουόμενα. Έτσι ουσιαστικά, παρόλο που βαδίζεις με το μαχαίρι στο λαιμό, όπως ο ίδιος δήλωσες, εκείνο που καταφέρνεις είναι να δημιουργείς άσχημες αντιδράσεις και αντιπαραθέσεις. Δεν ξέρω αν προσπαθείς να κερδίσεις χρόνο. Εκείνο που ξέρω σίγουρα, είναι ότι και με αυτό το νόμο το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο με τους προηγούμενους. Οι “φίλοι” μας θα απαιτήσουν περισσότερα μέτρα, μόλις αντιληφθούν, ότι οι στόχοι που θέτουν, δεν πιάνονται για μια ακόμα φορά. Και τότε, δυστυχώς θα είσαι αναγκασμένος είτε να ακολουθήσεις τις εντολές τους είτε να αναγκαστείς να προσφύγεις ξανά στο λαό με ένα νέο ερώτημα : ξανά μέτρα και ευρώ ή άλλα μέτρα και δραχμή…
Δεν επιθυμώ φυσικά να σου κάνω μάθημα πολιτικής και οικονομίας. Απλά να σου υπενθυμίσω τα λόγια του ποιητή : αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις… Το ποια θα είναι η Αλεξάνδρεια, θα το επιλέξεις εσύ…
Γιώργης

Share

Ναι ή όχι

11692631_887926481281191_4898645599448826715_nΜετά την δημοσιοποίηση των απόψεων μου για το δημοψήφισμα που αποφάσισε η κυβέρνηση, έσπευσαν πολλοί να μου αποδώσουν το τίτλο του “συριζαίου”. Ωστόσο κάνουν λάθος! Δεν είναι η πολιτική ιδεολογία που με κάνει να φωνάζω όχι, ούτε η συμπάθεια μου προς το ένα ή το άλλο κόμμα. Για την ακρίβεια, ποτέ δεν πίστεψα ότι ο Σύριζα θα μπορούσε να ανταποκριθεί στα όσα προεκλογικά υποσχόταν. Και του αναγνωρίζω πολλά λάθη, στους λίγους μήνες που κυβέρνησε. Αλλά ταυτόχρονα, η πολιτική που εφάρμοσε η ΝΔ, με έβρισκε κάθετα αντίθετο.
Στην πραγματικότητα, εκείνο που με κάνει να επαναστατώ, είναι η συνεχιζόμενη πολιτική μιας αυστηρής και στείρας λιτότητας. Μιας λιτότητας που ξεκίνησε πριν 5 χρόνια και ακόμα δεν λέει να τελειώσει, παρά τις θυσίες ενός ολόκληρου έθνους. Δεν θέλω να αναφερθώ στους δείκτες ανεργίας, στις αυτοκτονίες και σε όλα εκείνα που όλοι έχουμε δει. Θέλω απλά να εξηγήσω ότι πιστεύω, πως με τη συνέχιση αυτής της πολιτικής, οι μισθοί και οι συντάξεις θα φτάσουν στα 100 ευρώ και ίσως και λιγότερο. Χωρίς ταυτόχρονη μείωση των τιμών. Και αυτό, γιατί οι “έταιροι” το μόνο που στην ουσία για το οποίο νοιάζονται, είναι η επιστροφή των χρημάτων, που ήδη έχουν δώσει. Όχι για το βιοτικό μας επίπεδο και ούτε καν για την επιβίωση μας. Έτσι, για να συνεχίζουν να μας δανείσουν για τους επόμενους έξι μήνες, ζητάνε νέες μειώσεις και νέες θυσίες. Τις οποίες και θα ξαναζητήσουν με την πάροδο του εξάμηνου και φυσικά θα συνεχίζουν να κάνουν το ίδιο, διαρκώς μέχρι και αν αποπληρωθούν. Θέλω εδώ να τονίσω, ότι όπως φάνηκε, οι περικοπές και οι μειώσεις που ήδη έχουν γίνει, δεν είχαν αποτέλεσμα. Ή για την ακρίβεια, ήταν τόσο το αποτέλεσμα τους, που κράτησε μόνο για 3-4 μήνες.
Επίσης, βαρέθηκα η Πατρίδα μου να είναι ο περίγελος της Ευρώπης. Και να μας ειρωνεύεται ο κάθε Σόιμπλε και η κάθε Λαγκάρντ. Δεν είναι αυτή η Ευρώπη που ονειρεύτηκε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, όταν μας έβαλε σε αυτή. Και δεν είναι αυτή η Ευρώπη στην οποία θα ήθελα να ζω εγώ και η οικογένεια μου. Οι λαοί αυτής της Ένωσης πρέπει να είναι αλληλέγγυοι και όχι υποτελείς μεταξύ τους.
Γνωρίζω καλά, ότι ένα όχι, θα σημάνει κατά πάσα πιθανότητα την έξοδο μας από το κοινό νόμισμα. Ένα νόμισμα όμως που από την πρώτη στιγμή της εφαρμογής του, μας έβαλε σε περιπέτειες, αφού οι τιμές αυξήθηκαν στο τριπλάσιο. Ένα νόμισμα στο οποίο το Ην. Βασίλειο αρνήθηκε να μπει. Ένα νόμισμα που όχι απλά απέτυχε παταγωδώς να ισχυροποιήσει την οικονομία της χώρας μας και την έριξε στον Καιάδα, αλλά ταυτόχρονα κατέστρεψε τις οικονομίες και άλλων χωρών της ευρωζώνης.
Γνωρίζω επίσης, ότι ο δρόμος της δραχμής δεν θα είναι εύκολος. Γεμάτος αγκάθια θα είναι και αυτός. Όμως δεν με πτοούν οι καταστροφολογίες. Θεωρώ, ότι η ανάπτυξη δεν θα έρθει με μια μονόπλευρη λιτότητα αλλά με το πέρασμα της οικονομίας στα δικά μας τα χέρια και όχι με τη συνέχιση του ελέγχου της από τη Γερμανία και το ΔΝΤ. Ταυτόχρονα, ότι οι μειώσεις και οι περικοπές θα διακοπούν, όταν διακοπεί και η πληρωμή του δυσβάσταχτου αυτού χρέους. Έτσι, δεν βλέπω παρά μια μόνο λύση. Την έντιμη αποχώρηση μας και την επανεκκίνηση.
Ολοκληρώνοντας θα τονίσω : Αρκετά μας δίχασαν. Χωρίς υπερβολές, χωρίς κραυγές αλλά με αίσθημα ομοψυχίας, ας προχωρήσουμε, με βήμα σταθερό και ενωμένοι, όποιο και να είναι το αποτέλεσμα. Η Δημοκρατία θα νικήσει.

Γιώργης

Share

Συγνώμη…

01121029-01 (2)

Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε που ήσουν ένα κουταβάκι που παράσερνε τα πάντα στο διάβα του. Τώρα είσαι μια ώριμη κυρία, ήρεμη και γαλήνια. Δε με κοιτάς πια με απορία, γνωρίζεις τη κάθε μου κίνηση και τη κάθε μου λέξη.Και όμως ακόμα στενοχωριέσαι όταν φεύγω από το σπίτι. Ξέρεις βέβαια ότι θα γυρίσω και πως θα κρατάω κάτι για σένα. Είσαι πάντα εκεί όταν ανοίγω τηπόρτα να με περιμένεις. Δε μπορείς πια να σκαρφαλώσεις πάνω μου αλλά εξακολουθείς να μου κάνεις χαρές και να κουνάς την ουρά σου.

Όλα αυτά τα χρόνια περάσαμε πολλά μαζί. Ωστόσο δέχτηκες με ιώβεια υπομονή, τα πάντα. Τα άλλα σκυλάκια που σου έφερνα σπίτι, τις συχνές απουσίες μου, την παραμέληση σου. Και κάθε βράδυ, εξακολουθείς να μπαίνεις στην αγκαλιά μου και να αναστενάζεις, πριν κοιμηθείς.

Το ξέρω ότι θα ήθελες να είμαι πιο πολύ μαζί σου. Να βγαίνεις περισσότερες βόλτες μαζί μου και όχι με άλλους. Να παίζω μόνο με σένα. Να έχω μόνο εσένα στη σκέψη μου, στο μυαλό και στη καρδιά μου. Το βλέπω και το νιώθω.

Πώς άραγε να σου εξηγήσω τι νιώθω όταν βλέπω το θλιμμένο σου βλέμμα;Πώς να σου πω το μαχαίρι που με σφάζει όταν δεν σε έχω μαζί μου; Πώς να σε κάνω να καταλάβεις ότι και όταν λείπω, δεν παύω στιγμή να σε σκέφτομαι και να νοιάζομαι για σένα;

Ποτέ δεν έπαψα να σε θεωρώ κανονικό και ισότιμο μέλος της οικογένειας μου. Μιας οικογένειας όμως που περιλαμβάνει πια, αρκετά παιδάκια σαν και σένα.Που, όμως αυτά, έχουν γνωρίσει την εγκατάλειψη, την πείνα και το δρόμο. Έτσι, έχουν τις ίδιες ανάγκες και τα ίδια δικαιώματα με σένα στην αγάπη και στην αναγνώριση. Και στη προσπάθεια μου να μη παραμελήσω αυτά, παραμελώ εσένα…

Δεν ξέρω αν κατόρθωσα να ικανοποιήσω κάποιο από όλα σας. Ξέρω σίγουρα ότι αν ήσουν στη θέση μου, αν καταλάβαινες τη σκέψη μου, θα με συχωρούσες και ίσως να με παρότρυνες να μη σταματήσω. Γιατί το πρώτο πράγμα που μου δίδαξες είναι ο σεβασμός και η αγάπη, πράγματα που είχες έμφυτα μέσα σου. Και γω με τη σειρά μου, τα μαθήματα που μου έδωσες, προσπάθησα να τα ακολουθήσω πιστά. Και είναι αυτό μια μικρή ανακούφιση, μια δικαιολογία ίσως, στο μυαλό μου.

Θα κλείσω με μια υπόσχεση. Ότι από δω και πέρα, δεν θα είναι μαζί σου, μόνο η σκέψη και η ψυχή μου, αλλά περισσότερο και, το ίδιο το σώμα μου. Η φυσική μου παρουσία. Για να σου λείπω λιγότερο και να σου δείξω ότι σε αγαπάω τόσο, όσο και συ εμένα…

Ο πατέρας σου

Γιώργης

Αφιερωμένο στη πρώτη μου κόρη, τη Μελίνα…

Share

Παιδικές απορίες

teo-300x300

Σαν ήμουν μικρό παιδί, ρώτησα μια μέρα τη μάνα μου : μαμά αν κάποτε σου πουν ότι έγινε λάθος στο μαιευτήριο και δεν είμαι παιδί σου, θα με αγαπάς το ίδιο; Εκείνη σταμάτησε να πλέκει, με κοίταξε στην αρχή με απορία, μετά χαμογέλασε, άπλωσε το χέρι της, με χάιδεψε στο κεφάλι και μου απάντησε, γιέ μου δεν είναι ο πόνος μιας στιγμής αλλά ο πόνος μιας ζωής.

Πέρασαν πολλά χρόνια και απέκτησα το πρώτο μου κουτάβι. Το είδα να μεγαλώνει μαζί μου και μοιραστήκαμε, το ίδιο φαγητό, το ίδιο κρεβάτι τις μέρες και τις νύχτες μας. Έγινε η συντροφιά και η παρέα μου. Χοροπήδαγε και έπαιζε και χαιρόμουν. Αρρώσταινε και αρρώσταινα και γω. Και σαν γινόταν καλά, γινόμουν και γω μαζί του.

Και σα μεγάλωσε πολύ και το κοίταξα μια μέρα στα μάτια, κατάλαβα πόσο θα μου λείψει αν το χάσω.

Κάπου εκεί, κατάλαβα και τα λόγια της μάνας μου. Δεν είναι ο πόνος μιας στιγμής αλλά ο πόνος μιας ζωής.

Να το φροντίσεις, να το κανακέψεις, να του πάρεις παιχνίδια, να το ταΐσεις, να μη του λείψει τίποτα, να το δεις γερό και δυνατό να παίζει ευτυχισμένο, να τρέμει η ψυχή σου μη σου πάθει τίποτα και να αγωνιάς σε κάθε ασθένεια.

Και όταν έρθει εκείνη η ώρα που ο κύκλος της ζωής του θα κλείσει, να ξέρεις ότι κανένα άλλο δε θα μπορέσει να το αντικαταστήσει, ποτέ. Γιατί το κάθε πλάσμα είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο. Και τα χνάρια του στη ζωή σου, θα μείνουν για πάντα, ανεξίτηλα.

Τι σημασία έχει λοιπόν αν το παιδί μου δεν είναι ανθρώπινο αλλά σκυλίσιο; Δεν το μεγάλωσα με την ίδια αγάπη; Δεν το πρόσεχα όσο θα πρόσεχα ένα παιδί γεννημένο από μένα; Δε γέννησε μέσα μου αισθήματα πρωτόγνωρα; Δεν ανησύχησα και δεν έκλαψα για αυτό; Δεν αισθάνομαι πολλές φορές τύψεις γιατί δεν του πρόσφερα όλα όσα θα ήθελα να του είχα προσφέρει; Ή μήπως εκείνο δεν έδειξε σε κάθε ευκαιρία την αγάπη του; Σε κάθε μου στιγμή, καλή ή κακή. Με πρόδωσε ποτέ; Με κατέκρινε; Με πόνεσε; Με απαρνήθηκε μήπως; Δε με ξύπναγε κάθε πρωί με φιλιά; Δεν ανταποκρίθηκε σε κάθε κάλεσμα μου για παιχνίδι; Δεν έκατσε δίπλα μου ήρεμο να μου κρατάει συντροφιά στη στενοχώρια μου; Και τελικά μήπως δε με αγάπησε περισσότερο από όσο το αγάπησα εγώ;

Πώς να περιγράψεις το τι έζησες μαζί του; Το τι σου πρόσφερε και το τι πήρες από αυτό; Είναι φορές που τα λόγια είναι λίγα. Δεν φτάνουν, δεν επαρκούν και δεν μπορούν να αντικατοπτρίσουν τα συναισθήματα που ένιωσες.

Έτσι λοιπόν θα πρόσθετα και γω με τη σειρά μου, στα λόγια της μάνας μου. Δεν είναι ο πόνος μιας στιγμής αλλά ο πόνος μιας ζωής, για όποιο πλάσμα μεγάλωσες, σε συντρόφεψε και το αγάπησες…

Υιοθέτησε έναν σκύλο και αγάπησε τον ως το παιδί σου. Συμπεριφέρσου του ως παιδί σου. Και να θυμάσαι ότι αυτός θα σε αγαπήσει πολύ περισσότερο…

Γιώργης Ταξιδευτής

 

Share

Σαν σήμερα…

3rΣαν σήμερα πριν από πολλά χρόνια έφτασα στη Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίου, στο πρώτο μου ταξίδι στο Άγιο Όρος. Η προηγούμενη μονή που με φιλοξένησε ήταν αρκετά μακριά και η μετάβαση κουραστική. Και το άγχος μου μεγάλο γιατί δεν είχα μεριμνήσει για την διαμονή μου στο Βατοπαίδι. Δεν ήξερα λοιπόν αν θα με φιλοξενούσαν και που θα κατέληγα εκείνο το βράδυ.
Ευτυχώς, όλα κύλισαν καλά και στο μοναστήρι με δέχτηκαν. Αρκετά κουρασμένος αποφάσισα απλά να επισκεφτώ την εκκλησία για να ανάψω ένα κερί στην ολονυχτία που θα ακολουθούσε και να πάω να κοιμηθώ. Ας προσευχηθώ αύριο και ας παρακολουθήσω την αυριανή λειτουργία, αποφάσισα. Και πράγματι, λίγο μετά την έναρξη της λειτουργίας, τα κουρασμένα μου πόδια με έφεραν στην εκκλησία. “Ας κάτσω 5 λεπτά σκέφτηκα, ντροπή είναι να φύγω αμέσως. Στο κάτω-κάτω των Ταξιαρχών ξημερώνει”. Και αυτά τα 5 λεπτά έγιναν ώρες. Και εγώ εκεί, ακίνητος, έκθαμβος να παρακολουθώ με όλες τις αισθήσεις μου τεταμένες. Οι χοροί να εναλλάσσονται, οι μελωδίες να σε συνεπαίρνουν, οι αγγελικές φωνές των μοναχών να σε καθηλώνουν. Το φως λιγοστό, με κεριά. Και πότε-πότε ένας μοναχός να κουνάει ελαφρά τον τεράστιο πολυέλαιο… Το τελετουργικό μεγαλοπρεπές και αυστηρό που σε έκανε να αναρωτηθείς πότε θα δεις μέσα στο χαμηλό φωτισμό τη μορφή ενός βυζαντινού αυτοκράτορα… Όλο το εκκλησίασμα στεκόταν εκεί, ακίνητο, προσηλωμένο, καθηλωμένο στα λόγια της λειτουργίας που ετελείτο στην ανάμνηση της σύναξης.

Δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει όταν ένας γηραιός μοναχός στάθηκε στο μέσο της εκκλησίας και με ήρεμη και σταθερή φωνή, διάβασε το συναξάρι της ημέρας: «….ο ωραιότερος, δυνατότερος και λαμπρότερος, υπερηφανεύθηκε… απάνω από τα αστέρια του ουρανού θα τοποθετήσω το θρόνο μου, και θα είμαι όμοιος με τον Ύψιστο… τότε εξέπεσε και μαζί του παρέσυρε μεγάλο αριθμό αγγέλων…  σ’ αυτή τη κρίσιμη ώρα ο αρχάγγελος Μιχαήλ, στάθηκε στο μέσον του ουρανού και ύμνησε με δυνατή φωνή τον Κύριο φωνάζοντας : «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου». Και αμέσως στάθηκαν στη θέση τους οι Άγγελοι και άρχισαν να ψάλλουν: «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου». Και έτσι σταμάτησε η πτώση. Στις 8 Νοεμβρίου λοιπόν, γιορτάζουμε όχι την πτώση για την οποία θλιβόμαστε, αλλά την σύναξη».

Τα μάτια μου βούρκωσαν. Μας έδωσε την ελευθερία της βούλησης. Και εμείς, μόνοι μας Τον προδίδουμε..Δική μας ευθύνη η πορεία και η κατάληξη μας… Και όμως Αυτός, με την αμέτρητη αγάπη για τη δημιουργία Του, ήρθε στη γη, δίδαξε, παραδόθηκε, σταυρώθηκε, πήρε πάνω Του την αμαρτία όλου του γένους των ανθρώπων, αναστήθηκε και δεν έπαψε να συγχωρεί…

Ζητώντας τι; Απλά να πούμε ήμαρτον, συγνώμη. Να δεχτούμε τα σφάλματα που πράξαμε χωρίς δικαιολογίες και να ζητήσουμε συχώρεση. Και αν η μετάνοια είναι αληθινή, τότε τα χέρια Του είναι ανοιχτά και η χαρά Του μεγάλη. Γιατί ο καθένας που γυρνάει κοντά Του δεν είναι ένα πρόβατο που γυρνάει στην αγέλη αλλά ο άσωτος που γυρνάει στον Πατέρα του…

Η ψυχή μου λύγισε. Και πριν τα μάτια μου πλημυρίσουν δάκρυα, πλησίασα την εικόνα της Εσφαγμένης. Προσκύνησα και ζήτησα την μεσολάβηση και τη βοήθεια Της. Και αποχώρισα όσο πιο διακριτικά μπορούσα.

Εύχομαι να βρεθώ ξανά τέτοια μέρα στο Βατοπαίδι και να ζήσω ξανά την ίδια εμπειρία. Με μια διαφορά όμως. Να είμαι ο άσωτος που έχει βρει πια, τον δρόμο του…

Άγγελοι Του Θεού, πρεσβεύετε υπέρ ημών…

Γιώργης Ταξιδευτής

2ar
1ar

Read this article in English

uk-icon

Share

Σήμερα πήγα να δω το Μάριο

 

MariosΣήμερα πήγα να δω το Μάριο. Μπήκα στο σπίτι και τον βρήκα να κοιμάται στον καναπέ. Δεν με είδε ούτε με
άκουσε, πώς θα μπορούσε άλλωστε. Έκατσα σιγά δίπλα του και του χάιδεψα απαλά στο κεφάλι. Πετάχτηκε αλαφιασμένος, γύρισε τη μουσούδα του δεξιά αριστερά, “έπιασε” την μυρουδιά μου και αυτομάτως
όρμησε πάνω μου. Όχι όμως άγρια και επιθετικά. Αλλά με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Έπεσε στην αγκαλιά μου και άρχισε να με γλύφει σε όλο το πρόσωπο. Σε κάθε φιλί που μου έδινε, έβγαζε και έναν σιγανό αναστεναγμό. Σαν να ήθελε να μου πει «που ήσουν τόσο καιρό, μου έλειψες». Τον αγκάλιασα και τον άφησα να με φιλάει. Έκατσα στο πάτωμα και παίξαμε ώρα πολύ. Τον κρατούσα σφιχτά και εκείνος άπλωνε τα μπροστινά του πόδια και με έσφιγγε με τη σειρά του. Μέσα στην αγκαλιά μου κουνιόταν και με έγλειφε σαν μικρό κουταβάκι. Μου ζητούσε τα χάδια μου και τα δικά μου φιλιά. Ξάπλωσα στο πάτωμα και τον άφησα να ανέβει πάνω στο στήθος μου και να συνεχίζει να με φιλάει και να με αγκαλιάζει. Τον ανέβασα στον καναπέ ξανά και προσπάθησα να τον βγάλω μερικές φωτογραφίες. Ναι, είναι ο Μάριος που η Λευκή έχει χαλάσει ένα σωρό λεφτά για αυτόν. Ναι, είναι ο Μάριος ο οποίος βρίσκεται στο σπίτι της Μαρίτας και του Σωτήρη, που τον περιποιούνται και τον έχουν σαν γιό τους. Που τον πάνε βόλτες μακρινές, ακόμα και στη θάλασσα και που δίπλα τους δείχνει να φαίνεται ήρεμος. Είναι ο Μάριος που δεν βλέπει και δεν ακούει. Που όμως αισθάνεται, νιώθει και έχει τις ίδιες ανάγκες με κάθε άλλο ζωντανό. Είναι ο Μάριος που δεν είναι τσιπαρισμένος στο δικό μου όνομα, δεν μου ανήκει και όμως τον νιώθω δικό μου. Είναι ο Μάριος που ονειρεύομαι να έρθει μια μέρα που θα βρεθεί με μια δικιά του οικογένεια, που θα έχει την αποκλειστικότητα στα χάδια και στην αγάπη. Είναι ο Μάριος που με εμπιστεύθηκε από την πρώτη στιγμή που με ένιωσε μπροστά του. Θα πουν πολλοί, το λυπάσαι το κακόμοιρο. Όχι δεν τον λυπάμαι και δεν τον νιώθω κακόμοιρο. Και δε νομίζω ότι τα ζώα με προβλήματα υγείας πρέπει να τα λυπόμαστε. Να τα σεβόμαστε πρέπει. Και να προσπαθούμε να αναπληρώσουμε ότι τους στέρησε η φύση. Να τα αγαπάμε πρέπει, να τα φροντίζουμε και να στεκόμαστε δίπλα τους, όπως και αυτά με τη σειρά τους, στέκονται δίπλα σε μας. Και γνώμη μου είναι, ότι ειδικά τέτοια ζώα, στέκονται στην οικογένεια τους πολύ περισσότερο από όλα τα υπόλοιπα. Να μπορούσα να γίνω τα μάτια και τα αυτιά του. Να τον πάρω και να του δείξω το ξημέρωμα και το ηλιοβασίλεμα μιας μέρας. Να κάτσουμε μαζί και να απολαύσουμε τον παφλασμό των κυμάτων της θάλασσας. Να περάσουμε τις μέρες μας και τις νύχτες μαζί και να μη μας χωρίζει τίποτα. Αγαπημένε μου πρίγκιπα. Λατρεμένε μου Μάριε. Δεν μπορώ να σε φέρω σπίτι μου και νιώθω τύψεις για αυτό. Όμως μπορώ να συνεχίσω τη προσπάθεια να σου βρω έναν άνθρωπο που θα σε αγαπάει όπως σε αγαπάω εγώ. Πολύ και για πάντα
Ο δικός σου Γιώργης


Read this article in English

uk-icon

Share

Μελίνα

μελινα124 Δεκεμβρίου του 2004. Περνώ έξω από ένα petshop. Στέκομαι στη βιτρίνα. Ένα κουταβάκι παίζει χαρούμενο
μέσα σε ένα κλουβί. Χωρίς καν να το σκεφτώ μπαίνω μέσα στο μαγαζί. Πόσο το έχετε το κουταβάκι?? Δωρεάν το δίνουμε, δεν είναι ράτσα! Χαμογελώ πλατιά! Μπορώ να το
πάρω αγκαλιά?
Φυσικά μπορείτε!  Το παίρνω στα χέρια μου. Μου δαγκώνει τα δάχτυλα και μου γλύφει το πρόσωπο!! Η σπίθα παίρνει φωτιά. Και εκείνη την ώρα γεννιέται ένας έρωτας μεγάλος. Είναι θηλυκό. Ξέρω ήδη το όνομα του. Μελίνα. Το βάζω πίσω στο κλουβί του, ευχαριστώ τον μαγαζάτορα και επιστρέφω, τρέχοντας σχεδόν στο σπίτι. Θα πάρουμε σκύλο, ανακοινώνω περιχαρής! Ούτε να το σκέφτεσαι, με προειδοποιεί η μάνα μου. Θα πάρουμε λέω, φωνάζω σχεδόν. Και αρχίζει το ψηστίρι.  Θα το φέρω. Θα φύγεις μαζί με το κουτάβι. Όχι, εγώ θα το φέρω. Να πας σε δικό σου σπίτι και να πάρεις όσα θες. Όχι, θα το φέρω, λέω!! Περνώ το απόγευμα ξανά από το μαγαζί. Βλέπω το κουταβάκι να κοιμάται μακαρίως. Σκίζετε η καρδιά μου. Είναι νύχτα Χριστουγέννων και ένα ακόμα πλάσμα είναι μόνο του… Γυρίζω σπίτι. Συνεχίζω ακάθεκτος. Το λέω και το ξαναλέω. Εγώ θα το φέρω που να σκάσετε όλοι! Οι μέρες περνούν. 31 Δεκέμβρη. Το κουταβάκι είναι ακόμα στη βιτρίνα. Παίρνω την μεγάλη απόφαση. Πάω και το ζητάω. Το βάζω μέσα στο μπουφάν μου, αγοράζω όλα τα απαραίτητα συμπράγκαλα και επιστρέφω περήφανος σπίτι. Η μάνα μου παθαίνει σοκ. Πάρτο, πάρτο μακρυά μου φωνάζει. Το βάζω στο δωμάτιο μου. Κρύβεται κάτω από το κρεβάτι μου.  Το κυνηγάω να το πιάσω. Και αρχίσει το παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που κρατάει τόσα χρόνια μετά, ακόμα. Η Μελίνα να τρέχει μέσα στο σπίτι και να παίρνει φαλάγγι τα πάντα στο πέρασμα της. Τραπέζια, καρέκλες, χαλιά. Να τα κάνει παντού. Να σκαρφαλώνει σε τραπέζια κρεβάτια και καναπέδες. Να μας αγκαλιάζει και να μας φιλάει όλους. Να μας φέρνει τα παιχνίδια της για να παίξουμε. Να βγαίνουμε βόλτες μεγάλες. Η Μελίνα. Η Μελίνα μου. Η πρώτη μου κόρη. Το παιδί μου το όμορφο. Και οι δικοί μου? Τη δεύτερη μέρα να την έχουν λατρέψει. Να ξυπνούν νωρίτερα από μένα για να της ετοιμάσουν το γάλα της!  Να τη ταΐζουν στο χέρι. Να την αγκαλιάζουν και να τη φιλούν συνέχεια. Η Μελίνα.  Ένας κούταβος γεμάτος ενέργεια και καλοσύνη.  Η Μελίνα, που όταν έφερα τη Λάκυ στο σπίτι, της άφηνε από το δικό της φαγητό. Η Μελίνα που παραχώρησε τη θέση της στο κρεβάτι για να κάτσει η Λάκυ. Η Μελίνα που όταν η Λάκυ πέθανε, έκλαιγε με λυγμούς… Η Μελίνα μου. Η συντροφιά μου. Το καμάρι μου. Το παιδί μου, που δεν το αλλάζω για όλα τα πλούτη του κόσμου, για όλη τη δόξα, για τον πιο μεγάλο έρωτα, για το ομορφότερο ταξίδι. Γιατί? Γιατί είναι η ίδια όλα αυτά για μένα.

Κάθε χρόνο από τότε, στις 31/12 γιορτάζουμε τα γενέθλια της. Την είσοδο της στην δική μου οικογένεια. Την παρουσία της που άλλαξε την ζωή μου και της έδωσε νόημα, χαρά και ελπίδα. Αγοράζουμε τούρτα, σβήνουμε κεράκια, τραγουδάμε το «Να ζήσεις Μελίνα και Χρόνια Πολλά, μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά.»

Κόρη μου μονάκριβη, θέλω και φέτος που κλείνεις τα εννιά σου χρόνια να σου ευχηθώ, να περάσουμε πολλά γενέθλια ακόμα μαζί. Να είσαι πάντα γεμάτη ενέργεια, ευτυχισμένη δυνατή και όμορφη. Μελίνα μου σου χρωστάω τόσα. Και σε ένδειξη αγάπης και ευγνωμοσύνης σου αφιερώνω αυτή τη μικρή σημείωση. Ο πατέρας σου, Γιώργης

 

Γιώργης Ταξιδευτής

Read this article in English
uk-icon

μελινα1

 

Share

Μικρό σχόλιο στη φιλοζωία

1924616_714423168580622_1435136240_nΥπάρχουν άνθρωποι που αυτοαποκαλούνται “φιλόζωοι” και διατηρούν δύο και τρία ζώα. Πολλές φορές όμως, δε
μπορώ παρά να διαφωνήσω με αυτά που βλέπω ή μου διηγούνται. Ίσως γιατί η λέξη φιλόζωος για μένα, περιέχει ένα νόημα τέτοιο, που δεν μπορεί να ταιριάξει με τη συμπεριφοράπου έχουν τέτοιοι άνθρωποι προς τα ζώα. Για παράδειγμα, πιστεύω ότι όταν βλέπεις ένα σκυλί και το συμπαθείς, όταν γεννιέται μια σπίθα μέσα σου, θα σου σταθεί αδιάφορο το πόσο κιλά θα γίνει, αν είναι μαύρο, ρατσάτο και αν γνωρίζει από βασική υπακοή και να κάνει τη τουαλέτα του έξω.  Ότι δε θα περιμένεις να δεις και άλλα για να συγκρίνεις και να πάρεις το καλύτερο. Επίσης, ότι είναι απόλυτα φυσιολογικό να θεωρείς τα σκυλιά σου κανονικό μέλος της οικογένειας και να έχεις μέσα στο σπίτι. Και όχι γιατί το επιβάλλει ο νόμος. Απλά γιατί τα σκυλιά κρυώνουν και ζεσταίνονται όπως οι άνθρωποι, έχουν ανάγκη την ανθρώπινη παρουσία και συντροφιά, το χάδι και την επαφή. Όπως ακριβώς τα έχουν και οι ίδιοι οι άνθρωποι. Δεν μπορούν λοιπόν, να ζουν μόνιμα σε ένα κήπο, μια αυλή, μια ταράτσα ή σε ένα μπαλκόνι γιατί θα λερώσουν το σπίτι, γιατί πρέπει να είναι ελεύθερα ή γιατί είναι απλά σκύλος και δεν έχει ανάγκη. Ούτε αν είναι λυτά ούτε αν είναι δεμένα. Απλά στη δεύτερη περίπτωση είναι πολύ χειρότερο.

Και όταν μου μιλούν για εκπαίδευση, δεν μπορώ παρά να θυμώσω, όταν μου λένε ότι έκαναν στο σκύλο τους “θετική εκπαίδευση” που περιελάμβανε  πνίχτη, ηλεκτρικό κολάρο, φωνές, απότομα τραβήγματα του λουριού, σκαμπίλια στη μουσούδα, κλωτσιές, εκφοβισμό με σκούπες και εφημερίδες και τέλος λιχουδιές… Επίσης, θεωρώ απαράδεκτο να θέλουν να τα εκπαιδεύσουν για φύλακες. Συνήθως, τέτοιοι άνθρωποι, δεν μπορούν απλά να κατανοήσουν ότι μια τέτοιου είδους εκπαίδευση, θα αγριεύσει το σκυλί τους και είναι εξαιρετικά πιθανό να του δημιουργήσει πολλά προβλήματα. Μη βιαστεί κάποιος να με κατηγορήσει ότι τα παραλέω και ότι τα σκυλιά δεν παθαίνουν ψυχολογικά. Γιατί τότε θα απαντήσω ότι η φοβικότητα και η επιθετικότητα που βλέπουμε πολλές φορές, είναι ψυχολογικά προβλήματα, που συνήθως προέρχονται από ανθρώπινη κακομεταχείριση.

Πιστεύω ακόμα, ότι είναι ανοησία να έχεις ζώα και να μη τους φοράς αμπούλα, αντιπαρασιτικό κολάρο, να μη κάνεις εμβόλια και ετήσιες εξετάσεις για καλαζαάρ και ερλίχεια και να τους δίνεις να τρώνε κόκκαλα ή ξηρά τροφή τελευταίας ποιότητας και ανθρώπινο φαγητό. Ανοησία επίσης θεωρώ να μη στειρώνεις αλλά να ονειρεύεσαι να ζευγαρώσεις, γιατί «εγώ θα βρω να τα δώσω».  Τα αποτελέσματα τέτοιων συμπεριφορών δυστυχώς, τα βλέπουμε καθημερινά.

Τέλος, θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα σε ανθρώπους που μαζεύουν ζώα πολύ πάνω από τις δυνατότητες τους και δεν έχουν τη δυνατότητα να τους προσφέρουν ούτε εξετάσεις, ούτε θεραπείες ούτε καν εμβόλια.

Θα αντιτάξει κάποιος εσύ τι κάνεις για όλα αυτά. Και απαντώ ευθύς αμέσως. Προσπαθώ να συζητήσω, να εξηγήσω, να ενημερώσω. Να μιλήσω για τις υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη, για την ευζωία, για τη θετική εκπαίδευση. Συνήθως όμως τρώω τα μούτρα μου. Ίσως γιατί στην Ελλάδα οι περισσότεροι θεωρούμε ότι η κατοχή ενός σκύλου σημαίνει αυτόματα και γνώση για ότι περιστρέφεται γύρω από αυτόν. Ίσως πάλι γιατί είμαστε συνηθισμένοι να θεωρούμε σωστές, παλιές και ξεπερασμένες αντιλήψεις που το μόνο που αποδεικνύουν, είναι ότι οι άνθρωποι πολλές φορές, είμαστε χειρότεροι από τα ζώα.

Δε θέλω να σας κουράσω άλλο, ούτε και να σας στενοχωρήσω περισσότερο. Απλά να σας προτείνω : συμπεριφερθείτε στα ζώα σας με αγάπη, αγγίξτε τα, μοιραστείτε το σπίτι σας και τη καρδιά σας μαζί τους, ενημερωθείτε για το τι πρέπει να κάνετε για αυτά. Σας υπόσχομαι ότι τα ίδια τα ζώα θα σας ανταμείψουν τόσο και με τέτοιο τρόπο, που δεν μπορείτε να φανταστείτε…
Γιώργης

Read this article in English
uk-icon

Share

Μάνα

MotherΕίχαν περάσει ήδη δύο μήνες που είχε μάθει για την αρρώστια του παιδιού της. Είχε πέσει από τα σύννεφα. Όλα τα περίμενε,
αυτό όμως ποτέ. Να πεθάνει η ίδια ναι. Άλλωστε μεγάλη ήταν ήδη σε ηλικία, τη ζωή της την είχε ζήση. Αλλά να μάθει πως πεθαίνει ο γιός της, όχι. Αυτό δεν το περίμενε και φυσικά δεν το ήθελε. Στην αρχή αντέδρασε ψύχραιμα. Όσο ψύχραιμα δηλαδή μπορούσε να αντιδράσει. Περίμενε να επιβεβαιωθούν οι εξετάσεις και με τη καρδιά σφιγμένη άρχισε να ρωτάει ξανά και ξανά. Πώς και γιατί

και τι μελί γενέσθαι. Θεραπεία δεν υπήρχε, το ήξερε καλά αυτό. Αλλά θα μπορούσε να ζήσει και πόσο ακόμα; Και πώς; Και πόσο επικίνδυνος ήταν για το περιβάλλον του; Και πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό για κείνον; Περνώντας οι μέρες, όλο και δε μπορούσε να το χωνέψει. Έτσι, στα καλά καθούμενα. Και αν το μάθουν οι συγγενείς, τι θα πουν; Και πρώτα από όλους ο άντρας της. Σίγουρα θα τον σκότωνε τον Παναγιώτη. Όχι πως δεν τον αγαπούσε. Αλλά τέτοια αρρώστια ήταν μεγάλο στίγμα για να το αντέξει και κείνη και αυτός. Στην αρχή συμβούλεψε τον Παναγιώτη να μη πει τίποτα σε κανέναν. Όσες φορές έμενε μόνη μαζί του, αποφεύγοντας πάντα να τον πλησιάσει και να τον αγγίξει, άρχισε να του φωνάζει και να του επιτίθεται. Κάθε μέρα όλο και πιο έντονα. Ζητούσε άγρια να ρίξει την ευθύνη σε κάποιον. Να βρει έναν φταίχτη. Ένα αίτιο. Κάτι τέλος πάντων να ξεσπάσει. Μέρα με τη μέρα τα όνειρα που είχε για τον μοναχογιό της, το έβλεπε καλά πια, είχαν καταρρεύσει. Και μαζί κατέρρεε και η ίδια.

Έτσι όταν ο Παναγιώτης αποφάσισε να κάνει αυτό το ταξίδι, ζητώντας ένα θαύμα, το επικρότησε. Τουλάχιστον θα σταματούσε να τον βλέπει για λίγες μέρες. Ίσως να γυρνούσε και υγιής κιόλας. Όπως και να χε χρειαζόταν και η ίδια ηρεμία. Και πόσο πια θα κρυβόταν από τον άντρα της; Σάμπως είχε και άλλα κουράγια να παριστάνει τον καραγκιόζη;

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη μεσημέρι πριν φύγει. Του ευχήθηκε καλό ταξίδι και καλό Πάσχα και του ζήτησε να την πάρει τηλέφωνο σαν φτάσει. Έμεινε μόνη και το σπίτι της φάνηκε περισσότερο άδειο από κάθε φορά. Που να βρει αποκούμπι; Πού να στραφεί; Μηχανικά άναψε τσιγάρο. Τα μάτια της βούρκωσαν για άλλη μια φορά. Όλες τις προηγούμενες μέρες η διαίσθηση της είχε χτυπήσει κόκκινο. Τον έβλεπε ήδη να έχει αδυνατίσει καθώς είχε σταματήσει να τρώει. Το ήξερε, το ένιωθε, πως σύντομα θα τον έβλεπε πεθαμένο. Πεθαμένος στα 30. Όχι! Δε μπορεί να της συμβαίνει αυτό. Ήθελε να τον δει να κάνει παιδιά και να χαρεί κανακεύοντας τα εγγόνια της, όπως τον κανάκευε όταν ήταν μικρός. Και τουλάχιστον αν ήταν να πεθάνει, ας πέθαινε ξαφνικά και γρήγορα. Πιο εύκολο θα ήταν έτσι παρά να τον βλέπει να σβήνει σιγά-σιγά. Και τι θα έλεγε σε όλο το κόσμο; Πώς θα έκρυβε τέτοια αρρώστια;

Ένιωθε να σκάει. Έσβησε το τσιγάρο της βιαστικά, πέταξε μια ζακέτα πάνω της και βγήκε στο δρόμο. Σύντομα τα βήματα της την οδήγησαν στην εκκλησία της γειτονιάς. Είχε χρόνια να μπει σε εκκλησία. Πίστευε αλλά δεν πήγαινε σχεδόν ποτέ. Ίσως από φόβο, ίσως από αμέλεια. Έφτασε στο εικόνισμα της Παναγίας, έκανε το σταυρό της προσκύνησε και έκατσε παράμερα. Έμεινε να κοιτάζει το εικόνισμα με ένα βλέμμα παραπονεμένο. Και τότε ξέσπασε σε κλάματα. Ένα κλάμα ασταμάτητο, βαρύ μα και συνάμα λυτρωτικό. Έκλαψε πολύ ώρα. Ζήτησε συγνώμη για τις δικές της αμαρτίες και ζήτησε τη βοήθεια της χάρης Της για τη σωτηρία του παιδιού της. Πήγε ξανά την επόμενη μέρα. Αυτή τη φορά δεν έκλαψε. Αφού προσκύνησε προσευχήθηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Βοήθα μας Παναγιά μου, βοήθα το παιδί μου να ζήση και εγώ να έρθω στο σπίτι Σου και στο σπίτι του παιδιού Σου, να προσκυνήσω και να σας ανάψω από δύο μεγάλες λαμπάδες.

Ξημέρωνε Μεγάλο Σάββατο. Ο ύπνος είχε πέσει βαρύς στα βλέφαρα της, εδώ και ώρα. Πόσο τον χρειαζόταν αυτόν τον ύπνο ύστερα από τόσο καιρό αϋπνίας και ξενυχτιού. Και τότε μέσα στον βαθύ της ύπνο είδε ότι βρέθηκε στα Ιεροσόλυμα, στην Αγία Αυλή. Πέρασε τη μεγάλη δίφυλλη πόρτα, έστριψε αριστερά και βρέθηκε μπροστά στον Πανάγιο Τάφο. Είδε δύο πανύψηλους λευκοφορεμένους άντρες να φυλάνε τη πόρτα του. Γύρισε τι πλάτη της και μπήκε στον ναό της Αναστάσεως. Όλος ο χώρος ήταν άδειος. Μόνο μπροστά από το ιερό είδε μια γυναίκα μαυροφορεμένη, σκυμμένη να προσεύχεται. Τη πλησίασε και τότε εκείνη σηκώθηκε αργά, γύρισε το πρόσωπο της και της χαμογέλασε. Το ήξερε αυτό το πρόσωπο! Είναι η… Πετάχτηκε από τον ύπνο της αλαφιασμένη. Έξω μόλις είχε ξημερώσει. Ο άντρας της ροχάλιζε δίπλα της. Σηκώθηκε και πήγε στο εικονοστάσι. Σήκωσε το καντήλι στο πρόσωπο στην εικόνας της Παναγίας. Ναι, αυτή ήταν που είδε στον ύπνο της! Έκανε το σταυρό της. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε τα αστέρια στον ουρανό. Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό ένα αίσθημα ελπίδας γεννήθηκε μέσα της. Θυμήθηκε κάθε βήμα που έκανε στο όνειρο της. ‘Ήταν πολύ περίεργο. Δεν είχε πάει ποτέ, ούτε είχε δει κάποια εκπομπή για να ξέρει πως είναι ο χώρος. Θα έβαζε αργότερα τη τηλεόραση να δει σε αναμετάδοση την τελετή του Αγίου Φωτός. Δάγκωσε τα χείλη της. Όλη τη μέρα ο Παναγιώτης δεν την είχε πάρει τηλέφωνο. Και αν είχε πάθει τίποτα; Προσπάθησε να διώξει τις κακές σκέψεις. Το όνειρο ήταν καλό. Να βγαίνε μονάχα. Αυτό και ας πέθαινε και η ίδια.

Μπήκε στο σπίτι και άρχισε να καταπιάνεται με το νοικοκυριό της. Οι δουλειές του σπιτιού ήταν το αποκούμπι της όλο αυτό τον καιρό. Σαν έφτασε το μεσημέρι παράτησε τα πάντα και στήθηκε μπροστά στη τηλεόραση. Και μόλις ξεκίνησε η αναμετάδοση από τα Ιεροσόλυμα και είδε τον Πανάγιο Τάφο και τον ναό της Αναστάσεως διαπίστωσε ότι ήταν ακριβώς ίδια όπως τα είχε δει και στον ύπνο της, λίγες ώρες πριν. Σαν είδε το Πατριάρχη να βγαίνει κρατώντας της λαμπάδες στα χέρια και να ευλογεί το πλήθος, χτύπησε το τηλέφωνο. Έτρεξε να το πιάσει. Και τότε μέσα από τις καμπάνες και τον θόρυβο του κόσμου άκουσε το παιδί της από το κινητό του να της λέει : Χριστός Ανέστη μάνα. Χρόνια πολλά! Της μίλαγε βουρκωμένος αλλά η φωνή του ήταν χαρούμενη. Κατάπιε τα δάκρυα της και ευχήθηκε και αυτή με τη σειρά της. Πρώτη φορά εδώ και τόσο καιρό τις μίλαγε χαρούμενος. Γρήγορα τελείωσε η συνομιλία τους. Η ελπίδα που είχε φωλιάσει στην καρδιά της, τώρα θέριεψε. Σαν έφτασε το βράδυ έφτιαξε τα μαλλιά της, φόρεσε το καλό της ταγιέρ, βάφτηκε ελαφρά, πήρε τον άντρα της από το χέρι και κίνησαν για την εκκλησία. Σαν έφτασαν, αυτός τη κοίταξε, της χαμογέλασε και της είπε.

-Πρώτη φορά εδώ και μέρες σε βλέπω να χαμογελάς.

-η αλήθεια είναι ότι πάντα στις γιορτές κουράζομαι με τις δουλειές του σπιτιού.

-και πρώτη φορά που ο Παναγιώτης δεν κάνει μαζί μας Πάσχα.

-δε πειράζει, μεγάλωσε πια, καιρός να κάνει και αυτός τη ζωή του.

Μετά το Χριστός Ανέστη, φιλήθηκαν και γύρισαν σπίτι.

Οι μέρες πέρασαν γρήγορα και ήρθε η μέρα του γυρισμού του Παναγιώτη. Για τις λίγες μέρες που έλειψε γύρισε άλλος άνθρωπος. Αισιόδοξος, χαρούμενος και πιο παχύς από ότι έφυγε. Την επόμενη μέρα πήγε στο νοσοκομείο για τις εξετάσεις του. Και συνέχισε να είναι χαρούμενος παρά τα ισχυρά φάρμακα που τον είχαν φορτώσει οι γιατροί και παρά τις παρενέργειες που αυτά είχαν. Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Ο Παναγιώτης συνέχισε να ζει. Και ήταν και τόσο καλά που κανείς δε θα μπορούσε να μαντέψει πόσο βαριά άρρωστος ήταν.  Από τη μεριά της σταμάτησε να τον κατηγορεί και να μην τον αγγίζει. Σαν να εξαφανίστηκε ο φόβος από τη ψυχή της. Όταν βρέθηκαν τα χρήματα ήρθε η σειρά της να πάει στα Ιεροσόλυμα να εκπληρώσει το τάμα της. Ήταν η δεύτερη φορά στη ζωή της που έκλαψε, σαν έφτασε στον τάφο της Παναγίας. Και πάλι παρακάλεσε και πιο μεγάλο ευχαριστώ, δεν είχε να πει μέσα από την καρδιά της.

Γιώργης Ταξιδευτής

Read this article in English
uk-icon

Share

Από το μυθιστόρημα «Εις μνήμην»

images

Εκείνο το βράδυ ο Παναγιώτης την έκανε για πρώτη φορά δικιά του. Και όπως τα χείλη του ακουμπούσαν τα χείλη της και το  σώμα του πάλευε με το δικό της, ο πόθος του δεν έσβησε, άλλα φούντωσε περισσότερο. Ένιωθε σα τη τρικυμισμένη θάλασσα που έσκαγε πάνω σε βράχια και γυρνούσε ακόμα πιοδυνατή για να ξανασκάσει. Η φλόγα που τον έκαιγε τόσο καιρό τώρα αντί να κοπάσει, δυνάμωσε ξαφνικά, απότομα και έκαιγε κάθε σπιθαμή του κορμιού και της ψυχής του. Αλίμονο το βλεπε και ο ίδιος ότι, από αυτό που ζούσε δε θα μπορούσε να ξεφύγει ποτέ, σε τούτη τη ζωή. Ήταν πάνω και πέρα από τις δυνάμεις του. Καθώς φιλούσε το παρθενικό της λαιμό, η ένταση καθρεφτιζόταν στα μάτια του με τόση δύναμη που η Βάσω τρόμαξε. Αυτός ο άνθρωπος, ο άντρας της τώρα πια, ένιωθε πράγματι για αυτή τόσο μεγάλα πράγματα που δεν θα μπορούσε ποτέ να του τα ανταποδώσει.

Ωστόσο αφέθηκε στα έμπειρα χέρια του και έζησε τη πρώτη της νύχτα μαζί του, με όση δύναμη είχε το είναι της. Τόση δύναμη όμως που για τον Παναγιώτη δεν ήταν αρκετή. Και όταν το ξημέρωμα τους βρήκε αγκαλιά αποκαμωμένους, ο Παναγιώτης της ψέλλισε –και αν έγινες δική μου, δική μου δεν είσαι. Και αν τα μάτια μου δουν ότι κοίταξες άλλον ή ότι σε κοίταξε άλλος, πρώτα θα σε σκοτώσω και μετά θα σκοτωθώ… Η πομπή προχωρούσε αργά ανεβαίνοντας την Μαράτου με κατεύθυνση το νεκροταφείο της Ανθούπολης. Το φέρετρο το κρατούσαν τα αδέλφια του πεθαμένου και πίσω ακολουθούσε η μάνα του και κόσμος πολύς, συγγενείς και φίλοι. Η Αλεξάνδρα πρώτη στη πομπή προχωρούσε σχεδόν αγέρωχη. Κάποια μικρά ασταθή βήματα εδώ και κει και το κέρινο πρόσωπο της, πρόδιναν στιγμές-στιγμές το τι ένιωθε μέσα της. Η Βάσω από ώρα είχε σταθεί στη πόρτα του σπιτιού της και περίμενε. Σαν είδε τη πομπή γύρισε στην αδελφή της την Νικολίτσα και της είπε –δώσε  μου από το καλόγερο τη ζακέτα σου που είναι κρεμασμένη –έμπα μέσα δεν είναι σωστό αυτό που πας να κάνεις, της ανταπάντησε η αδελφή της. –μωρέ είναι δεν είναι, εγώ θα τη φορέσω. Άπλωσε το χέρι της πήρε μόνη της τη κόκκινη ζακέτα της αδελφής της τη φόρεσε, έβγαλε από μια τσέπη της και ένα κόκκινο μανό που βρήκε, στάθηκε στην κεφαλόσκαλο και άρχισε να βάφει να νύχια της αργά και επιδεικτικά.


Η Νικολίτσα την τράβαγε από το μπράτσο για να τη βάλει μέσα στο σπίτι. –Βάσω παλάβωσες τελείως, άντρας σου ήτανε στο κάτω-κάτω και ας χωρίσατε, έμπα μέσα τι ρεζιλίκια πράγματα είναι αυτά. –χάρε, χαρά που μου φέρες και λύπη που μου παίρνεις, ήταν η απάντηση της Βάσως και στύλωσε τα πόδια με λύσσα, μένοντας ακίνητη για να τη δουν όλοι που πανηγύρισε. Και πράγματι την είδαν. Και είδαν και στα μάτια της το άσβεστο μίσος για τον Παναγιώτη που δεν έλεγε να κοπάσει ούτε με το θάνατο του. Και αν δεν ήταν τόσος κόσμος μαζί τα αδέλφια του θα της είχαν επιτεθεί και θα τη σκότωναν. Ψιθύρισαν μονάχα καθώς περπατούσαν αργά κρατώντας το φέρετρο βρισιές και έτριζαν τα δόντια τους. Για αυτήν, αυτή η νεκρώσιμη πομπή ήταν ο θρίαμβος της, η δικαιοσύνη της και τέτοια χαρά δε θα ξαναζούσε ούτε και θα την άλλαζε για τίποτα.Σαν έφτασαν στο νεκροταφείο ο παπάς διάβασε τα τελευταία λόγια πάνω από τον νεκρό και τα αδέλφια του σήκωσαν το φέρετρο και αργά-αργά το τοποθέτησαν στο μνήμα. Ήταν η μοναδική στιγμή που είδαν την Αλεξάνδρα να λυγίζει, να χάνει την ισορροπία της και να λιποθυμά. Ίσως γιατί τότε ήταν που συνειδητοποίησε ότι ο αγαπημένος της γιος είχε πεθάνει και δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ πια. Ίσως πάλι γιατί κατάλαβε, έστω και τότε, ότι σε όσα έγραψε η μοίρα, δικαίωμα να παρεμβαίνουμε δεν έχουμε και αν το κάνουμε, το αντίτιμο θα είναι ακριβό, θα πονέσει και θα ναι και για πάντα. 

Γιώργης Ταξιδευτής.

Read this article in Engilsh
uk-icon

Share

Καλή αντάμωση…

19

Το χώμα δεν μπορεί να καλύψει συγκινήσεις, φιλίες, βόλτες, καφέδες και συζητήσεις. Δεν μπορεί να καλύψει βοήθειες, πολύωρα τηλέφωνα (ακόμα και από τη Βραζιλία), ξενύχτια, οδηγίες και καρδιοχτύπια. Το χώμα δεν μπορεί να καλύψει τίποτα από αυτά και κυρίως την αγάπη που μας έδωσες και την αγάπη που σου είχαμε. Και αν σε χάσαμε, προσωρινό είναι. Μια μέρα θα βρεθούμε ξανά. Να ξέρεις όμως ότι η θύμηση σου και συ μαζί, ζείτε στο μυαλό και στη καρδιά πολλών ανθρώπων. Και η φλόγα αυτή θα θεριεύει και θα μείνει ζωντανή για πάντα. Μέχρι να βρεθούμε ξανά…

Ήταν τιμή μου που ήσουν φίλος μου…
Γιώργης

Share

1974-2012

552013_469127833110158_906511842_n

1974, καλοκαίρι. Μικρό παιδί, δίχως πλήρη συναίσθηση των πεπραγμένων γύρω μου. Εκείνο το βράδυ καθόμουν
μπροστά στη τηλεόραση μαζί με όλη την οικογένεια. Αλλά ήταν ένα βράδυ διαφορετικό από τα άλλα. Η αγωνία και ο φόβος ήταν ζωγραφισμένα σταπρόσωπα όλων.Στα παράθυρα και στις πόρτες ήταν κρεμασμένες μαύρες
κουρτίνες.Κανείς δε κυκλοφορούσε έξω. Μια φίλη μας είχε ξεμείνει σπίτι. Δε τολμούσε να γυρίσει σπίτι της.

Σα προσπαθούσα να μιλήσω, με διέκοπταν απότομα. Δε καταλάβαινα γιατί. Ώσπου στην τηλεόραση φάνηκε η προσγείωση ενός αεροπλάνου. Μια σκάλα πλησίασε και η πόρτα άνοιξε. Ένας ψηλός, αγέρωχος κύριος εμφανίστηκε εκεί πάνω. Θυμάμαι τη μάνα μου να δακρύζει.- Ήρθε τελικά, ψιθύριζε. Λίγο μετά ο κύριος εκείνος έβγαζε λόγο. Ακόμα και καθισμένος, ήταν πάντα το ίδιο εντυπωσιακός.

Λίγο καιρό μετά ο ίδιος κύριος έβγαινε σε ένα μπαλκόνι, μιλούσε και χαιρετούσε το πλήθος, που τον επευφημούσε. Καραμανλή τον έλεγαν και όλοι μιλούσαν για αυτόν. Έλεγαν ότι έφερε τη Δημοκρατία στη χώρα μας. Δεν ήξερα ποια ήταν αυτή. Ούτε που είχε χαθεί. Ήξερα όμως πως πια κανείς δε φοβόταν να κυκλοφορήσει στο δρόμο, ούτε και μιλούσε για πόλεμο.

1981, 18 Οκτωβρίου. Είμαστε με τη μάνα μου μέσα σε ένα τρένο. Γυρίζουμε από την Πάτρα που είχε πάει να ψηφίζει. Κάνουμε όλο το ταξίδι όρθιοι. Πουθενά θέση. Το τρένο σταματάει συνέχεια. Αυτοκίνητα, κόσμος πολύς, κορναρίσματα, φασαρία. ΑΛΛΑΓΗ φωνάζουν όλοι, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ο ΛΑΟΣ ΔΕ ΞΕΧΝΑ ΤΗ ΣΗΜΕΝΕΙ ΔΕΞΙΑ. Κρατάνε αφίσες και πανό με τη φωτογραφία ενός κυρίου ελαφρώς παχουλού και σχεδόν καραφλού. Παπανδρέου τον έλεγαν. Έφερε τη Δημοκρατία είπαν. Δεν είπα τίποτα αλλά σκεφτόμουν ότι μάλλον θα είχε χαθεί, ξανά. Ίσως να φταίγαμε εμείς γιατί δεν τη κρατήσαμε, ίσως να βγήκε έξω και να έχασε το δρόμο. Δεν ήξερα. Απλά κοιτούσα.

Και πέρασαν τα χρόνια. Και μεγάλωνα και καταλάβαινα πια. Καιρό άκουγα συνθήματα και παρακολουθούσα καβγάδες. Αλλαγή οι από δω, απαλλαγή οι από κει. Εφιάλτες, δοσίλογοι οι από δω, κομούνια, κλέφτες οι από κει. Οι κυβερνήσεις αλλάζανε συνέχεια και ο κόσμος επευφημούσε. Και να οι συγκεντρώσεις και να τα πούλμαν και να το Σύνταγμα γεμάτο. Και στα πολιτικά γραφεία ουρά μεγάλη. Για να πιάσεις δουλειά, να πάρεις δάνειο, να ζητήσεις μετάθεση, να έρθεις με απόσπαση από τα σύνορα στην Αθήνα. Χαμένες ευκαιρίες, χρέη, καμμένη γη έλεγαν όλοι ότι παρέλαβαν. Και σκάνδαλα και ειδικά δικαστήρια και συγκυβέρνηση και οικουμενική και Κατσίκης και Μητσοτάκης και ξανά Παπανδρέου. Και μετά ο Καραμανλής και ο Παπανδρέου αποδήμησαν εις Κύριον και ανέλαβαν άλλοι. Και το χρηματιστήριο σκαρφάλωσε σε ύψη ασύλληπτα και γίνανε όλοι πλούσιοι. Δείγμα μιας ευημερούσας οικονομίας έλεγε ο τότε πρωθυπουργός. Σημίτη τον λέγανε αυτόν. Μικροσκοπικός φαινόταν, αλλά δύο φορές νίκησε στις εκλογές.

Και πέρασαν τα χρόνια. Άλλος Καραμανλής και άλλος Παπανδρέου ανέλαβαν… Και ήρθαν Ολυμπιακοί Αγώνες, Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, διαγωνισμοί τραγουδιού και όλοι περήφανοι για τη Πατρίδα μας τραγουδούσαμε αγκαλιασμένοι στους δρόμους. «Ας κρατήσουν οι χοροί..» Και όλες οι χώρες μιλούσαν για το «ελληνικό θαύμα». Μια τόσο μικρή χώρα να κατορθώνει τόσα πολλά και όλοι να θέλουν να έρθουν να μείνουν και να δουλέψουν εδώ, να γίνουν έλληνες και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους πάνω σε τούτη τη γη.

2012, Απρίλιος. Γέρασα πια. Κοιτάζω γύρω μου και στεναχωριέμαι. Κρίση οικονομική λένε όλοι. Λεφτά δεν υπάρχουν και ο κόσμος πεινάει. Άνθρωποι αυτοκτονούν καθημερινά, περιουσίες χάνονται, σπίτια και αυτοκίνητα πουλιούνται για ένα κομμάτι ψωμί. Το κράτος μας πτώχευσε. Και εξακολουθεί να παίρνει δανεικά. Και δεν έχει να πληρώσει καλά-καλά μισθούς και συντάξεις, να συντηρήσει στρατό, νοσοκομεία και σχολεία. Σας σώσαμε λένε οι μεν, μας καταδικάσατε λένε οι δε. Θα είχαμε βουλιάξει χωρίς εμάς λένε οι δε, θα είχαμε σωθεί χωρίς εσάς λένε οι δε. Θα μας καταστρέψετε λένε οι μεν, εμείς θα σας σώσουμε λένε οι δε. Εσείς κλέψατε τη χώρα λένε οι μεν, όχι εμείς, εσείς είστε κλέφτες φωνάζουν οι δε. Και κανείς πια δεν είναι περήφανος για τη Πατρίδα μας. Και κανείς δε θέλει να μείνει εδώ πια. Και όλοι ψάχνουν δουλειά σε άλλες χώρες. Και πολιτικοί και κληρικοί καταλήγουν στη φυλακή για καταχρήσεις και για απάτες. Και όλοι δηλώνουν αθώοι και κανείς δεν έχει ευθύνη. Και όλοι αυτοί, πολιτικοί, κυβερνώντες και μη, έχουν περιουσίες τεράστιες. Καταθέσεις στο εξωτερικό, ακίνητα, εταιρίες. Και όλοι αυτοί δεν είχαν τίποτα από αυτά το 74…. Και σε λίγες μέρες έχουμε ξανά εκλογές. Και πάλι οι ίδιοι ζητάνε τη ψήφο μας. Να μας σώσουν ξανά λένε. Να μας βγάλουν από το αδιέξοδο, να γίνουμε χώρα περήφανη, ανεξάρτητη και δημοκρατική, ξανά…

Γιώργης Ταξιδευτής

Read this article in English
uk-icon

Share