Συγνώμη…

01121029-01 (2)

Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε που ήσουν ένα κουταβάκι που παράσερνε τα πάντα στο διάβα του. Τώρα είσαι μια ώριμη κυρία, ήρεμη και γαλήνια. Δε με κοιτάς πια με απορία, γνωρίζεις τη κάθε μου κίνηση και τη κάθε μου λέξη.Και όμως ακόμα στενοχωριέσαι όταν φεύγω από το σπίτι. Ξέρεις βέβαια ότι θα γυρίσω και πως θα κρατάω κάτι για σένα. Είσαι πάντα εκεί όταν ανοίγω τηπόρτα να με περιμένεις. Δε μπορείς πια να σκαρφαλώσεις πάνω μου αλλά εξακολουθείς να μου κάνεις χαρές και να κουνάς την ουρά σου.

Όλα αυτά τα χρόνια περάσαμε πολλά μαζί. Ωστόσο δέχτηκες με ιώβεια υπομονή, τα πάντα. Τα άλλα σκυλάκια που σου έφερνα σπίτι, τις συχνές απουσίες μου, την παραμέληση σου. Και κάθε βράδυ, εξακολουθείς να μπαίνεις στην αγκαλιά μου και να αναστενάζεις, πριν κοιμηθείς.

Το ξέρω ότι θα ήθελες να είμαι πιο πολύ μαζί σου. Να βγαίνεις περισσότερες βόλτες μαζί μου και όχι με άλλους. Να παίζω μόνο με σένα. Να έχω μόνο εσένα στη σκέψη μου, στο μυαλό και στη καρδιά μου. Το βλέπω και το νιώθω.

Πώς άραγε να σου εξηγήσω τι νιώθω όταν βλέπω το θλιμμένο σου βλέμμα;Πώς να σου πω το μαχαίρι που με σφάζει όταν δεν σε έχω μαζί μου; Πώς να σε κάνω να καταλάβεις ότι και όταν λείπω, δεν παύω στιγμή να σε σκέφτομαι και να νοιάζομαι για σένα;

Ποτέ δεν έπαψα να σε θεωρώ κανονικό και ισότιμο μέλος της οικογένειας μου. Μιας οικογένειας όμως που περιλαμβάνει πια, αρκετά παιδάκια σαν και σένα.Που, όμως αυτά, έχουν γνωρίσει την εγκατάλειψη, την πείνα και το δρόμο. Έτσι, έχουν τις ίδιες ανάγκες και τα ίδια δικαιώματα με σένα στην αγάπη και στην αναγνώριση. Και στη προσπάθεια μου να μη παραμελήσω αυτά, παραμελώ εσένα…

Δεν ξέρω αν κατόρθωσα να ικανοποιήσω κάποιο από όλα σας. Ξέρω σίγουρα ότι αν ήσουν στη θέση μου, αν καταλάβαινες τη σκέψη μου, θα με συχωρούσες και ίσως να με παρότρυνες να μη σταματήσω. Γιατί το πρώτο πράγμα που μου δίδαξες είναι ο σεβασμός και η αγάπη, πράγματα που είχες έμφυτα μέσα σου. Και γω με τη σειρά μου, τα μαθήματα που μου έδωσες, προσπάθησα να τα ακολουθήσω πιστά. Και είναι αυτό μια μικρή ανακούφιση, μια δικαιολογία ίσως, στο μυαλό μου.

Θα κλείσω με μια υπόσχεση. Ότι από δω και πέρα, δεν θα είναι μαζί σου, μόνο η σκέψη και η ψυχή μου, αλλά περισσότερο και, το ίδιο το σώμα μου. Η φυσική μου παρουσία. Για να σου λείπω λιγότερο και να σου δείξω ότι σε αγαπάω τόσο, όσο και συ εμένα…

Ο πατέρας σου

Γιώργης

Αφιερωμένο στη πρώτη μου κόρη, τη Μελίνα…

Παιδικές απορίες

teo-300x300

Σαν ήμουν μικρό παιδί, ρώτησα μια μέρα τη μάνα μου : μαμά αν κάποτε σου πουν ότι έγινε λάθος στο μαιευτήριο και δεν είμαι παιδί σου, θα με αγαπάς το ίδιο; Εκείνη σταμάτησε να πλέκει, με κοίταξε στην αρχή με απορία, μετά χαμογέλασε, άπλωσε το χέρι της, με χάιδεψε στο κεφάλι και μου απάντησε, γιέ μου δεν είναι ο πόνος μιας στιγμής αλλά ο πόνος μιας ζωής.

Πέρασαν πολλά χρόνια και απέκτησα το πρώτο μου κουτάβι. Το είδα να μεγαλώνει μαζί μου και μοιραστήκαμε, το ίδιο φαγητό, το ίδιο κρεβάτι τις μέρες και τις νύχτες μας. Έγινε η συντροφιά και η παρέα μου. Χοροπήδαγε και έπαιζε και χαιρόμουν. Αρρώσταινε και αρρώσταινα και γω. Και σαν γινόταν καλά, γινόμουν και γω μαζί του.

Και σα μεγάλωσε πολύ και το κοίταξα μια μέρα στα μάτια, κατάλαβα πόσο θα μου λείψει αν το χάσω.

Κάπου εκεί, κατάλαβα και τα λόγια της μάνας μου. Δεν είναι ο πόνος μιας στιγμής αλλά ο πόνος μιας ζωής.

Να το φροντίσεις, να το κανακέψεις, να του πάρεις παιχνίδια, να το ταΐσεις, να μη του λείψει τίποτα, να το δεις γερό και δυνατό να παίζει ευτυχισμένο, να τρέμει η ψυχή σου μη σου πάθει τίποτα και να αγωνιάς σε κάθε ασθένεια.

Και όταν έρθει εκείνη η ώρα που ο κύκλος της ζωής του θα κλείσει, να ξέρεις ότι κανένα άλλο δε θα μπορέσει να το αντικαταστήσει, ποτέ. Γιατί το κάθε πλάσμα είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο. Και τα χνάρια του στη ζωή σου, θα μείνουν για πάντα, ανεξίτηλα.

Τι σημασία έχει λοιπόν αν το παιδί μου δεν είναι ανθρώπινο αλλά σκυλίσιο; Δεν το μεγάλωσα με την ίδια αγάπη; Δεν το πρόσεχα όσο θα πρόσεχα ένα παιδί γεννημένο από μένα; Δε γέννησε μέσα μου αισθήματα πρωτόγνωρα; Δεν ανησύχησα και δεν έκλαψα για αυτό; Δεν αισθάνομαι πολλές φορές τύψεις γιατί δεν του πρόσφερα όλα όσα θα ήθελα να του είχα προσφέρει; Ή μήπως εκείνο δεν έδειξε σε κάθε ευκαιρία την αγάπη του; Σε κάθε μου στιγμή, καλή ή κακή. Με πρόδωσε ποτέ; Με κατέκρινε; Με πόνεσε; Με απαρνήθηκε μήπως; Δε με ξύπναγε κάθε πρωί με φιλιά; Δεν ανταποκρίθηκε σε κάθε κάλεσμα μου για παιχνίδι; Δεν έκατσε δίπλα μου ήρεμο να μου κρατάει συντροφιά στη στενοχώρια μου; Και τελικά μήπως δε με αγάπησε περισσότερο από όσο το αγάπησα εγώ;

Πώς να περιγράψεις το τι έζησες μαζί του; Το τι σου πρόσφερε και το τι πήρες από αυτό; Είναι φορές που τα λόγια είναι λίγα. Δεν φτάνουν, δεν επαρκούν και δεν μπορούν να αντικατοπτρίσουν τα συναισθήματα που ένιωσες.

Έτσι λοιπόν θα πρόσθετα και γω με τη σειρά μου, στα λόγια της μάνας μου. Δεν είναι ο πόνος μιας στιγμής αλλά ο πόνος μιας ζωής, για όποιο πλάσμα μεγάλωσες, σε συντρόφεψε και το αγάπησες…

Υιοθέτησε έναν σκύλο και αγάπησε τον ως το παιδί σου. Συμπεριφέρσου του ως παιδί σου. Και να θυμάσαι ότι αυτός θα σε αγαπήσει πολύ περισσότερο…

Γιώργης Ταξιδευτής

 

Σαν σήμερα…

3rΣαν σήμερα πριν από πολλά χρόνια έφτασα στη Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίου, στο πρώτο μου ταξίδι στο Άγιο Όρος. Η προηγούμενη μονή που με φιλοξένησε ήταν αρκετά μακριά και η μετάβαση κουραστική. Και το άγχος μου μεγάλο γιατί δεν είχα μεριμνήσει για την διαμονή μου στο Βατοπαίδι. Δεν ήξερα λοιπόν αν θα με φιλοξενούσαν και που θα κατέληγα εκείνο το βράδυ.
Ευτυχώς, όλα κύλισαν καλά και στο μοναστήρι με δέχτηκαν. Αρκετά κουρασμένος αποφάσισα απλά να επισκεφτώ την εκκλησία για να ανάψω ένα κερί στην ολονυχτία που θα ακολουθούσε και να πάω να κοιμηθώ. Ας προσευχηθώ αύριο και ας παρακολουθήσω την αυριανή λειτουργία, αποφάσισα. Και πράγματι, λίγο μετά την έναρξη της λειτουργίας, τα κουρασμένα μου πόδια με έφεραν στην εκκλησία. “Ας κάτσω 5 λεπτά σκέφτηκα, ντροπή είναι να φύγω αμέσως. Στο κάτω-κάτω των Ταξιαρχών ξημερώνει”. Και αυτά τα 5 λεπτά έγιναν ώρες. Και εγώ εκεί, ακίνητος, έκθαμβος να παρακολουθώ με όλες τις αισθήσεις μου τεταμένες. Οι χοροί να εναλλάσσονται, οι μελωδίες να σε συνεπαίρνουν, οι αγγελικές φωνές των μοναχών να σε καθηλώνουν. Το φως λιγοστό, με κεριά. Και πότε-πότε ένας μοναχός να κουνάει ελαφρά τον τεράστιο πολυέλαιο… Το τελετουργικό μεγαλοπρεπές και αυστηρό που σε έκανε να αναρωτηθείς πότε θα δεις μέσα στο χαμηλό φωτισμό τη μορφή ενός βυζαντινού αυτοκράτορα… Όλο το εκκλησίασμα στεκόταν εκεί, ακίνητο, προσηλωμένο, καθηλωμένο στα λόγια της λειτουργίας που ετελείτο στην ανάμνηση της σύναξης.

Δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει όταν ένας γηραιός μοναχός στάθηκε στο μέσο της εκκλησίας και με ήρεμη και σταθερή φωνή, διάβασε το συναξάρι της ημέρας: «….ο ωραιότερος, δυνατότερος και λαμπρότερος, υπερηφανεύθηκε… απάνω από τα αστέρια του ουρανού θα τοποθετήσω το θρόνο μου, και θα είμαι όμοιος με τον Ύψιστο… τότε εξέπεσε και μαζί του παρέσυρε μεγάλο αριθμό αγγέλων…  σ’ αυτή τη κρίσιμη ώρα ο αρχάγγελος Μιχαήλ, στάθηκε στο μέσον του ουρανού και ύμνησε με δυνατή φωνή τον Κύριο φωνάζοντας : «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου». Και αμέσως στάθηκαν στη θέση τους οι Άγγελοι και άρχισαν να ψάλλουν: «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου». Και έτσι σταμάτησε η πτώση. Στις 8 Νοεμβρίου λοιπόν, γιορτάζουμε όχι την πτώση για την οποία θλιβόμαστε, αλλά την σύναξη».

Τα μάτια μου βούρκωσαν. Μας έδωσε την ελευθερία της βούλησης. Και εμείς, μόνοι μας Τον προδίδουμε..Δική μας ευθύνη η πορεία και η κατάληξη μας… Και όμως Αυτός, με την αμέτρητη αγάπη για τη δημιουργία Του, ήρθε στη γη, δίδαξε, παραδόθηκε, σταυρώθηκε, πήρε πάνω Του την αμαρτία όλου του γένους των ανθρώπων, αναστήθηκε και δεν έπαψε να συγχωρεί…

Ζητώντας τι; Απλά να πούμε ήμαρτον, συγνώμη. Να δεχτούμε τα σφάλματα που πράξαμε χωρίς δικαιολογίες και να ζητήσουμε συχώρεση. Και αν η μετάνοια είναι αληθινή, τότε τα χέρια Του είναι ανοιχτά και η χαρά Του μεγάλη. Γιατί ο καθένας που γυρνάει κοντά Του δεν είναι ένα πρόβατο που γυρνάει στην αγέλη αλλά ο άσωτος που γυρνάει στον Πατέρα του…

Η ψυχή μου λύγισε. Και πριν τα μάτια μου πλημυρίσουν δάκρυα, πλησίασα την εικόνα της Εσφαγμένης. Προσκύνησα και ζήτησα την μεσολάβηση και τη βοήθεια Της. Και αποχώρισα όσο πιο διακριτικά μπορούσα.

Εύχομαι να βρεθώ ξανά τέτοια μέρα στο Βατοπαίδι και να ζήσω ξανά την ίδια εμπειρία. Με μια διαφορά όμως. Να είμαι ο άσωτος που έχει βρει πια, τον δρόμο του…

Άγγελοι Του Θεού, πρεσβεύετε υπέρ ημών…

Γιώργης Ταξιδευτής

2ar
1ar

Read this article in English

uk-icon

Σήμερα πήγα να δω το Μάριο

 

MariosΣήμερα πήγα να δω το Μάριο. Μπήκα στο σπίτι και τον βρήκα να κοιμάται στον καναπέ. Δεν με είδε ούτε με
άκουσε, πώς θα μπορούσε άλλωστε. Έκατσα σιγά δίπλα του και του χάιδεψα απαλά στο κεφάλι. Πετάχτηκε αλαφιασμένος, γύρισε τη μουσούδα του δεξιά αριστερά, “έπιασε” την μυρουδιά μου και αυτομάτως
όρμησε πάνω μου. Όχι όμως άγρια και επιθετικά. Αλλά με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Έπεσε στην αγκαλιά μου και άρχισε να με γλύφει σε όλο το πρόσωπο. Σε κάθε φιλί που μου έδινε, έβγαζε και έναν σιγανό αναστεναγμό. Σαν να ήθελε να μου πει «που ήσουν τόσο καιρό, μου έλειψες». Τον αγκάλιασα και τον άφησα να με φιλάει. Έκατσα στο πάτωμα και παίξαμε ώρα πολύ. Τον κρατούσα σφιχτά και εκείνος άπλωνε τα μπροστινά του πόδια και με έσφιγγε με τη σειρά του. Μέσα στην αγκαλιά μου κουνιόταν και με έγλειφε σαν μικρό κουταβάκι. Μου ζητούσε τα χάδια μου και τα δικά μου φιλιά. Ξάπλωσα στο πάτωμα και τον άφησα να ανέβει πάνω στο στήθος μου και να συνεχίζει να με φιλάει και να με αγκαλιάζει. Τον ανέβασα στον καναπέ ξανά και προσπάθησα να τον βγάλω μερικές φωτογραφίες. Ναι, είναι ο Μάριος που η Λευκή έχει χαλάσει ένα σωρό λεφτά για αυτόν. Ναι, είναι ο Μάριος ο οποίος βρίσκεται στο σπίτι της Μαρίτας και του Σωτήρη, που τον περιποιούνται και τον έχουν σαν γιό τους. Που τον πάνε βόλτες μακρινές, ακόμα και στη θάλασσα και που δίπλα τους δείχνει να φαίνεται ήρεμος. Είναι ο Μάριος που δεν βλέπει και δεν ακούει. Που όμως αισθάνεται, νιώθει και έχει τις ίδιες ανάγκες με κάθε άλλο ζωντανό. Είναι ο Μάριος που δεν είναι τσιπαρισμένος στο δικό μου όνομα, δεν μου ανήκει και όμως τον νιώθω δικό μου. Είναι ο Μάριος που ονειρεύομαι να έρθει μια μέρα που θα βρεθεί με μια δικιά του οικογένεια, που θα έχει την αποκλειστικότητα στα χάδια και στην αγάπη. Είναι ο Μάριος που με εμπιστεύθηκε από την πρώτη στιγμή που με ένιωσε μπροστά του. Θα πουν πολλοί, το λυπάσαι το κακόμοιρο. Όχι δεν τον λυπάμαι και δεν τον νιώθω κακόμοιρο. Και δε νομίζω ότι τα ζώα με προβλήματα υγείας πρέπει να τα λυπόμαστε. Να τα σεβόμαστε πρέπει. Και να προσπαθούμε να αναπληρώσουμε ότι τους στέρησε η φύση. Να τα αγαπάμε πρέπει, να τα φροντίζουμε και να στεκόμαστε δίπλα τους, όπως και αυτά με τη σειρά τους, στέκονται δίπλα σε μας. Και γνώμη μου είναι, ότι ειδικά τέτοια ζώα, στέκονται στην οικογένεια τους πολύ περισσότερο από όλα τα υπόλοιπα. Να μπορούσα να γίνω τα μάτια και τα αυτιά του. Να τον πάρω και να του δείξω το ξημέρωμα και το ηλιοβασίλεμα μιας μέρας. Να κάτσουμε μαζί και να απολαύσουμε τον παφλασμό των κυμάτων της θάλασσας. Να περάσουμε τις μέρες μας και τις νύχτες μαζί και να μη μας χωρίζει τίποτα. Αγαπημένε μου πρίγκιπα. Λατρεμένε μου Μάριε. Δεν μπορώ να σε φέρω σπίτι μου και νιώθω τύψεις για αυτό. Όμως μπορώ να συνεχίσω τη προσπάθεια να σου βρω έναν άνθρωπο που θα σε αγαπάει όπως σε αγαπάω εγώ. Πολύ και για πάντα
Ο δικός σου Γιώργης


Read this article in English

uk-icon

Μελίνα

μελινα124 Δεκεμβρίου του 2004. Περνώ έξω από ένα petshop. Στέκομαι στη βιτρίνα. Ένα κουταβάκι παίζει χαρούμενο
μέσα σε ένα κλουβί. Χωρίς καν να το σκεφτώ μπαίνω μέσα στο μαγαζί. Πόσο το έχετε το κουταβάκι?? Δωρεάν το δίνουμε, δεν είναι ράτσα! Χαμογελώ πλατιά! Μπορώ να το
πάρω αγκαλιά?
Φυσικά μπορείτε!  Το παίρνω στα χέρια μου. Μου δαγκώνει τα δάχτυλα και μου γλύφει το πρόσωπο!! Η σπίθα παίρνει φωτιά. Και εκείνη την ώρα γεννιέται ένας έρωτας μεγάλος. Είναι θηλυκό. Ξέρω ήδη το όνομα του. Μελίνα. Το βάζω πίσω στο κλουβί του, ευχαριστώ τον μαγαζάτορα και επιστρέφω, τρέχοντας σχεδόν στο σπίτι. Θα πάρουμε σκύλο, ανακοινώνω περιχαρής! Ούτε να το σκέφτεσαι, με προειδοποιεί η μάνα μου. Θα πάρουμε λέω, φωνάζω σχεδόν. Και αρχίζει το ψηστίρι.  Θα το φέρω. Θα φύγεις μαζί με το κουτάβι. Όχι, εγώ θα το φέρω. Να πας σε δικό σου σπίτι και να πάρεις όσα θες. Όχι, θα το φέρω, λέω!! Περνώ το απόγευμα ξανά από το μαγαζί. Βλέπω το κουταβάκι να κοιμάται μακαρίως. Σκίζετε η καρδιά μου. Είναι νύχτα Χριστουγέννων και ένα ακόμα πλάσμα είναι μόνο του… Γυρίζω σπίτι. Συνεχίζω ακάθεκτος. Το λέω και το ξαναλέω. Εγώ θα το φέρω που να σκάσετε όλοι! Οι μέρες περνούν. 31 Δεκέμβρη. Το κουταβάκι είναι ακόμα στη βιτρίνα. Παίρνω την μεγάλη απόφαση. Πάω και το ζητάω. Το βάζω μέσα στο μπουφάν μου, αγοράζω όλα τα απαραίτητα συμπράγκαλα και επιστρέφω περήφανος σπίτι. Η μάνα μου παθαίνει σοκ. Πάρτο, πάρτο μακρυά μου φωνάζει. Το βάζω στο δωμάτιο μου. Κρύβεται κάτω από το κρεβάτι μου.  Το κυνηγάω να το πιάσω. Και αρχίσει το παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που κρατάει τόσα χρόνια μετά, ακόμα. Η Μελίνα να τρέχει μέσα στο σπίτι και να παίρνει φαλάγγι τα πάντα στο πέρασμα της. Τραπέζια, καρέκλες, χαλιά. Να τα κάνει παντού. Να σκαρφαλώνει σε τραπέζια κρεβάτια και καναπέδες. Να μας αγκαλιάζει και να μας φιλάει όλους. Να μας φέρνει τα παιχνίδια της για να παίξουμε. Να βγαίνουμε βόλτες μεγάλες. Η Μελίνα. Η Μελίνα μου. Η πρώτη μου κόρη. Το παιδί μου το όμορφο. Και οι δικοί μου? Τη δεύτερη μέρα να την έχουν λατρέψει. Να ξυπνούν νωρίτερα από μένα για να της ετοιμάσουν το γάλα της!  Να τη ταΐζουν στο χέρι. Να την αγκαλιάζουν και να τη φιλούν συνέχεια. Η Μελίνα.  Ένας κούταβος γεμάτος ενέργεια και καλοσύνη.  Η Μελίνα, που όταν έφερα τη Λάκυ στο σπίτι, της άφηνε από το δικό της φαγητό. Η Μελίνα που παραχώρησε τη θέση της στο κρεβάτι για να κάτσει η Λάκυ. Η Μελίνα που όταν η Λάκυ πέθανε, έκλαιγε με λυγμούς… Η Μελίνα μου. Η συντροφιά μου. Το καμάρι μου. Το παιδί μου, που δεν το αλλάζω για όλα τα πλούτη του κόσμου, για όλη τη δόξα, για τον πιο μεγάλο έρωτα, για το ομορφότερο ταξίδι. Γιατί? Γιατί είναι η ίδια όλα αυτά για μένα.

Κάθε χρόνο από τότε, στις 31/12 γιορτάζουμε τα γενέθλια της. Την είσοδο της στην δική μου οικογένεια. Την παρουσία της που άλλαξε την ζωή μου και της έδωσε νόημα, χαρά και ελπίδα. Αγοράζουμε τούρτα, σβήνουμε κεράκια, τραγουδάμε το «Να ζήσεις Μελίνα και Χρόνια Πολλά, μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά.»

Κόρη μου μονάκριβη, θέλω και φέτος που κλείνεις τα εννιά σου χρόνια να σου ευχηθώ, να περάσουμε πολλά γενέθλια ακόμα μαζί. Να είσαι πάντα γεμάτη ενέργεια, ευτυχισμένη δυνατή και όμορφη. Μελίνα μου σου χρωστάω τόσα. Και σε ένδειξη αγάπης και ευγνωμοσύνης σου αφιερώνω αυτή τη μικρή σημείωση. Ο πατέρας σου, Γιώργης

 

Γιώργης Ταξιδευτής

Read this article in English
uk-icon

μελινα1

 

Μικρό σχόλιο στη φιλοζωία

1924616_714423168580622_1435136240_nΥπάρχουν άνθρωποι που αυτοαποκαλούνται “φιλόζωοι” και διατηρούν δύο και τρία ζώα. Πολλές φορές όμως, δε
μπορώ παρά να διαφωνήσω με αυτά που βλέπω ή μου διηγούνται. Ίσως γιατί η λέξη φιλόζωος για μένα, περιέχει ένα νόημα τέτοιο, που δεν μπορεί να ταιριάξει με τη συμπεριφοράπου έχουν τέτοιοι άνθρωποι προς τα ζώα. Για παράδειγμα, πιστεύω ότι όταν βλέπεις ένα σκυλί και το συμπαθείς, όταν γεννιέται μια σπίθα μέσα σου, θα σου σταθεί αδιάφορο το πόσο κιλά θα γίνει, αν είναι μαύρο, ρατσάτο και αν γνωρίζει από βασική υπακοή και να κάνει τη τουαλέτα του έξω.  Ότι δε θα περιμένεις να δεις και άλλα για να συγκρίνεις και να πάρεις το καλύτερο. Επίσης, ότι είναι απόλυτα φυσιολογικό να θεωρείς τα σκυλιά σου κανονικό μέλος της οικογένειας και να έχεις μέσα στο σπίτι. Και όχι γιατί το επιβάλλει ο νόμος. Απλά γιατί τα σκυλιά κρυώνουν και ζεσταίνονται όπως οι άνθρωποι, έχουν ανάγκη την ανθρώπινη παρουσία και συντροφιά, το χάδι και την επαφή. Όπως ακριβώς τα έχουν και οι ίδιοι οι άνθρωποι. Δεν μπορούν λοιπόν, να ζουν μόνιμα σε ένα κήπο, μια αυλή, μια ταράτσα ή σε ένα μπαλκόνι γιατί θα λερώσουν το σπίτι, γιατί πρέπει να είναι ελεύθερα ή γιατί είναι απλά σκύλος και δεν έχει ανάγκη. Ούτε αν είναι λυτά ούτε αν είναι δεμένα. Απλά στη δεύτερη περίπτωση είναι πολύ χειρότερο.

Και όταν μου μιλούν για εκπαίδευση, δεν μπορώ παρά να θυμώσω, όταν μου λένε ότι έκαναν στο σκύλο τους “θετική εκπαίδευση” που περιελάμβανε  πνίχτη, ηλεκτρικό κολάρο, φωνές, απότομα τραβήγματα του λουριού, σκαμπίλια στη μουσούδα, κλωτσιές, εκφοβισμό με σκούπες και εφημερίδες και τέλος λιχουδιές… Επίσης, θεωρώ απαράδεκτο να θέλουν να τα εκπαιδεύσουν για φύλακες. Συνήθως, τέτοιοι άνθρωποι, δεν μπορούν απλά να κατανοήσουν ότι μια τέτοιου είδους εκπαίδευση, θα αγριεύσει το σκυλί τους και είναι εξαιρετικά πιθανό να του δημιουργήσει πολλά προβλήματα. Μη βιαστεί κάποιος να με κατηγορήσει ότι τα παραλέω και ότι τα σκυλιά δεν παθαίνουν ψυχολογικά. Γιατί τότε θα απαντήσω ότι η φοβικότητα και η επιθετικότητα που βλέπουμε πολλές φορές, είναι ψυχολογικά προβλήματα, που συνήθως προέρχονται από ανθρώπινη κακομεταχείριση.

Πιστεύω ακόμα, ότι είναι ανοησία να έχεις ζώα και να μη τους φοράς αμπούλα, αντιπαρασιτικό κολάρο, να μη κάνεις εμβόλια και ετήσιες εξετάσεις για καλαζαάρ και ερλίχεια και να τους δίνεις να τρώνε κόκκαλα ή ξηρά τροφή τελευταίας ποιότητας και ανθρώπινο φαγητό. Ανοησία επίσης θεωρώ να μη στειρώνεις αλλά να ονειρεύεσαι να ζευγαρώσεις, γιατί «εγώ θα βρω να τα δώσω».  Τα αποτελέσματα τέτοιων συμπεριφορών δυστυχώς, τα βλέπουμε καθημερινά.

Τέλος, θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα σε ανθρώπους που μαζεύουν ζώα πολύ πάνω από τις δυνατότητες τους και δεν έχουν τη δυνατότητα να τους προσφέρουν ούτε εξετάσεις, ούτε θεραπείες ούτε καν εμβόλια.

Θα αντιτάξει κάποιος εσύ τι κάνεις για όλα αυτά. Και απαντώ ευθύς αμέσως. Προσπαθώ να συζητήσω, να εξηγήσω, να ενημερώσω. Να μιλήσω για τις υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη, για την ευζωία, για τη θετική εκπαίδευση. Συνήθως όμως τρώω τα μούτρα μου. Ίσως γιατί στην Ελλάδα οι περισσότεροι θεωρούμε ότι η κατοχή ενός σκύλου σημαίνει αυτόματα και γνώση για ότι περιστρέφεται γύρω από αυτόν. Ίσως πάλι γιατί είμαστε συνηθισμένοι να θεωρούμε σωστές, παλιές και ξεπερασμένες αντιλήψεις που το μόνο που αποδεικνύουν, είναι ότι οι άνθρωποι πολλές φορές, είμαστε χειρότεροι από τα ζώα.

Δε θέλω να σας κουράσω άλλο, ούτε και να σας στενοχωρήσω περισσότερο. Απλά να σας προτείνω : συμπεριφερθείτε στα ζώα σας με αγάπη, αγγίξτε τα, μοιραστείτε το σπίτι σας και τη καρδιά σας μαζί τους, ενημερωθείτε για το τι πρέπει να κάνετε για αυτά. Σας υπόσχομαι ότι τα ίδια τα ζώα θα σας ανταμείψουν τόσο και με τέτοιο τρόπο, που δεν μπορείτε να φανταστείτε…
Γιώργης

Read this article in English
uk-icon

Μάνα

MotherΕίχαν περάσει ήδη δύο μήνες που είχε μάθει για την αρρώστια του παιδιού της. Είχε πέσει από τα σύννεφα. Όλα τα περίμενε,
αυτό όμως ποτέ. Να πεθάνει η ίδια ναι. Άλλωστε μεγάλη ήταν ήδη σε ηλικία, τη ζωή της την είχε ζήση. Αλλά να μάθει πως πεθαίνει ο γιός της, όχι. Αυτό δεν το περίμενε και φυσικά δεν το ήθελε. Στην αρχή αντέδρασε ψύχραιμα. Όσο ψύχραιμα δηλαδή μπορούσε να αντιδράσει. Περίμενε να επιβεβαιωθούν οι εξετάσεις και με τη καρδιά σφιγμένη άρχισε να ρωτάει ξανά και ξανά. Πώς και γιατί

και τι μελί γενέσθαι. Θεραπεία δεν υπήρχε, το ήξερε καλά αυτό. Αλλά θα μπορούσε να ζήσει και πόσο ακόμα; Και πώς; Και πόσο επικίνδυνος ήταν για το περιβάλλον του; Και πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό για κείνον; Περνώντας οι μέρες, όλο και δε μπορούσε να το χωνέψει. Έτσι, στα καλά καθούμενα. Και αν το μάθουν οι συγγενείς, τι θα πουν; Και πρώτα από όλους ο άντρας της. Σίγουρα θα τον σκότωνε τον Παναγιώτη. Όχι πως δεν τον αγαπούσε. Αλλά τέτοια αρρώστια ήταν μεγάλο στίγμα για να το αντέξει και κείνη και αυτός. Στην αρχή συμβούλεψε τον Παναγιώτη να μη πει τίποτα σε κανέναν. Όσες φορές έμενε μόνη μαζί του, αποφεύγοντας πάντα να τον πλησιάσει και να τον αγγίξει, άρχισε να του φωνάζει και να του επιτίθεται. Κάθε μέρα όλο και πιο έντονα. Ζητούσε άγρια να ρίξει την ευθύνη σε κάποιον. Να βρει έναν φταίχτη. Ένα αίτιο. Κάτι τέλος πάντων να ξεσπάσει. Μέρα με τη μέρα τα όνειρα που είχε για τον μοναχογιό της, το έβλεπε καλά πια, είχαν καταρρεύσει. Και μαζί κατέρρεε και η ίδια.

Έτσι όταν ο Παναγιώτης αποφάσισε να κάνει αυτό το ταξίδι, ζητώντας ένα θαύμα, το επικρότησε. Τουλάχιστον θα σταματούσε να τον βλέπει για λίγες μέρες. Ίσως να γυρνούσε και υγιής κιόλας. Όπως και να χε χρειαζόταν και η ίδια ηρεμία. Και πόσο πια θα κρυβόταν από τον άντρα της; Σάμπως είχε και άλλα κουράγια να παριστάνει τον καραγκιόζη;

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη μεσημέρι πριν φύγει. Του ευχήθηκε καλό ταξίδι και καλό Πάσχα και του ζήτησε να την πάρει τηλέφωνο σαν φτάσει. Έμεινε μόνη και το σπίτι της φάνηκε περισσότερο άδειο από κάθε φορά. Που να βρει αποκούμπι; Πού να στραφεί; Μηχανικά άναψε τσιγάρο. Τα μάτια της βούρκωσαν για άλλη μια φορά. Όλες τις προηγούμενες μέρες η διαίσθηση της είχε χτυπήσει κόκκινο. Τον έβλεπε ήδη να έχει αδυνατίσει καθώς είχε σταματήσει να τρώει. Το ήξερε, το ένιωθε, πως σύντομα θα τον έβλεπε πεθαμένο. Πεθαμένος στα 30. Όχι! Δε μπορεί να της συμβαίνει αυτό. Ήθελε να τον δει να κάνει παιδιά και να χαρεί κανακεύοντας τα εγγόνια της, όπως τον κανάκευε όταν ήταν μικρός. Και τουλάχιστον αν ήταν να πεθάνει, ας πέθαινε ξαφνικά και γρήγορα. Πιο εύκολο θα ήταν έτσι παρά να τον βλέπει να σβήνει σιγά-σιγά. Και τι θα έλεγε σε όλο το κόσμο; Πώς θα έκρυβε τέτοια αρρώστια;

Ένιωθε να σκάει. Έσβησε το τσιγάρο της βιαστικά, πέταξε μια ζακέτα πάνω της και βγήκε στο δρόμο. Σύντομα τα βήματα της την οδήγησαν στην εκκλησία της γειτονιάς. Είχε χρόνια να μπει σε εκκλησία. Πίστευε αλλά δεν πήγαινε σχεδόν ποτέ. Ίσως από φόβο, ίσως από αμέλεια. Έφτασε στο εικόνισμα της Παναγίας, έκανε το σταυρό της προσκύνησε και έκατσε παράμερα. Έμεινε να κοιτάζει το εικόνισμα με ένα βλέμμα παραπονεμένο. Και τότε ξέσπασε σε κλάματα. Ένα κλάμα ασταμάτητο, βαρύ μα και συνάμα λυτρωτικό. Έκλαψε πολύ ώρα. Ζήτησε συγνώμη για τις δικές της αμαρτίες και ζήτησε τη βοήθεια της χάρης Της για τη σωτηρία του παιδιού της. Πήγε ξανά την επόμενη μέρα. Αυτή τη φορά δεν έκλαψε. Αφού προσκύνησε προσευχήθηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Βοήθα μας Παναγιά μου, βοήθα το παιδί μου να ζήση και εγώ να έρθω στο σπίτι Σου και στο σπίτι του παιδιού Σου, να προσκυνήσω και να σας ανάψω από δύο μεγάλες λαμπάδες.

Ξημέρωνε Μεγάλο Σάββατο. Ο ύπνος είχε πέσει βαρύς στα βλέφαρα της, εδώ και ώρα. Πόσο τον χρειαζόταν αυτόν τον ύπνο ύστερα από τόσο καιρό αϋπνίας και ξενυχτιού. Και τότε μέσα στον βαθύ της ύπνο είδε ότι βρέθηκε στα Ιεροσόλυμα, στην Αγία Αυλή. Πέρασε τη μεγάλη δίφυλλη πόρτα, έστριψε αριστερά και βρέθηκε μπροστά στον Πανάγιο Τάφο. Είδε δύο πανύψηλους λευκοφορεμένους άντρες να φυλάνε τη πόρτα του. Γύρισε τι πλάτη της και μπήκε στον ναό της Αναστάσεως. Όλος ο χώρος ήταν άδειος. Μόνο μπροστά από το ιερό είδε μια γυναίκα μαυροφορεμένη, σκυμμένη να προσεύχεται. Τη πλησίασε και τότε εκείνη σηκώθηκε αργά, γύρισε το πρόσωπο της και της χαμογέλασε. Το ήξερε αυτό το πρόσωπο! Είναι η… Πετάχτηκε από τον ύπνο της αλαφιασμένη. Έξω μόλις είχε ξημερώσει. Ο άντρας της ροχάλιζε δίπλα της. Σηκώθηκε και πήγε στο εικονοστάσι. Σήκωσε το καντήλι στο πρόσωπο στην εικόνας της Παναγίας. Ναι, αυτή ήταν που είδε στον ύπνο της! Έκανε το σταυρό της. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε τα αστέρια στον ουρανό. Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό ένα αίσθημα ελπίδας γεννήθηκε μέσα της. Θυμήθηκε κάθε βήμα που έκανε στο όνειρο της. ‘Ήταν πολύ περίεργο. Δεν είχε πάει ποτέ, ούτε είχε δει κάποια εκπομπή για να ξέρει πως είναι ο χώρος. Θα έβαζε αργότερα τη τηλεόραση να δει σε αναμετάδοση την τελετή του Αγίου Φωτός. Δάγκωσε τα χείλη της. Όλη τη μέρα ο Παναγιώτης δεν την είχε πάρει τηλέφωνο. Και αν είχε πάθει τίποτα; Προσπάθησε να διώξει τις κακές σκέψεις. Το όνειρο ήταν καλό. Να βγαίνε μονάχα. Αυτό και ας πέθαινε και η ίδια.

Μπήκε στο σπίτι και άρχισε να καταπιάνεται με το νοικοκυριό της. Οι δουλειές του σπιτιού ήταν το αποκούμπι της όλο αυτό τον καιρό. Σαν έφτασε το μεσημέρι παράτησε τα πάντα και στήθηκε μπροστά στη τηλεόραση. Και μόλις ξεκίνησε η αναμετάδοση από τα Ιεροσόλυμα και είδε τον Πανάγιο Τάφο και τον ναό της Αναστάσεως διαπίστωσε ότι ήταν ακριβώς ίδια όπως τα είχε δει και στον ύπνο της, λίγες ώρες πριν. Σαν είδε το Πατριάρχη να βγαίνει κρατώντας της λαμπάδες στα χέρια και να ευλογεί το πλήθος, χτύπησε το τηλέφωνο. Έτρεξε να το πιάσει. Και τότε μέσα από τις καμπάνες και τον θόρυβο του κόσμου άκουσε το παιδί της από το κινητό του να της λέει : Χριστός Ανέστη μάνα. Χρόνια πολλά! Της μίλαγε βουρκωμένος αλλά η φωνή του ήταν χαρούμενη. Κατάπιε τα δάκρυα της και ευχήθηκε και αυτή με τη σειρά της. Πρώτη φορά εδώ και τόσο καιρό τις μίλαγε χαρούμενος. Γρήγορα τελείωσε η συνομιλία τους. Η ελπίδα που είχε φωλιάσει στην καρδιά της, τώρα θέριεψε. Σαν έφτασε το βράδυ έφτιαξε τα μαλλιά της, φόρεσε το καλό της ταγιέρ, βάφτηκε ελαφρά, πήρε τον άντρα της από το χέρι και κίνησαν για την εκκλησία. Σαν έφτασαν, αυτός τη κοίταξε, της χαμογέλασε και της είπε.

-Πρώτη φορά εδώ και μέρες σε βλέπω να χαμογελάς.

-η αλήθεια είναι ότι πάντα στις γιορτές κουράζομαι με τις δουλειές του σπιτιού.

-και πρώτη φορά που ο Παναγιώτης δεν κάνει μαζί μας Πάσχα.

-δε πειράζει, μεγάλωσε πια, καιρός να κάνει και αυτός τη ζωή του.

Μετά το Χριστός Ανέστη, φιλήθηκαν και γύρισαν σπίτι.

Οι μέρες πέρασαν γρήγορα και ήρθε η μέρα του γυρισμού του Παναγιώτη. Για τις λίγες μέρες που έλειψε γύρισε άλλος άνθρωπος. Αισιόδοξος, χαρούμενος και πιο παχύς από ότι έφυγε. Την επόμενη μέρα πήγε στο νοσοκομείο για τις εξετάσεις του. Και συνέχισε να είναι χαρούμενος παρά τα ισχυρά φάρμακα που τον είχαν φορτώσει οι γιατροί και παρά τις παρενέργειες που αυτά είχαν. Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Ο Παναγιώτης συνέχισε να ζει. Και ήταν και τόσο καλά που κανείς δε θα μπορούσε να μαντέψει πόσο βαριά άρρωστος ήταν.  Από τη μεριά της σταμάτησε να τον κατηγορεί και να μην τον αγγίζει. Σαν να εξαφανίστηκε ο φόβος από τη ψυχή της. Όταν βρέθηκαν τα χρήματα ήρθε η σειρά της να πάει στα Ιεροσόλυμα να εκπληρώσει το τάμα της. Ήταν η δεύτερη φορά στη ζωή της που έκλαψε, σαν έφτασε στον τάφο της Παναγίας. Και πάλι παρακάλεσε και πιο μεγάλο ευχαριστώ, δεν είχε να πει μέσα από την καρδιά της.

Γιώργης Ταξιδευτής

Read this article in English
uk-icon

Από το μυθιστόρημα «Εις μνήμην»

images

Εκείνο το βράδυ ο Παναγιώτης την έκανε για πρώτη φορά δικιά του. Και όπως τα χείλη του ακουμπούσαν τα χείλη της και το  σώμα του πάλευε με το δικό της, ο πόθος του δεν έσβησε, άλλα φούντωσε περισσότερο. Ένιωθε σα τη τρικυμισμένη θάλασσα που έσκαγε πάνω σε βράχια και γυρνούσε ακόμα πιοδυνατή για να ξανασκάσει. Η φλόγα που τον έκαιγε τόσο καιρό τώρα αντί να κοπάσει, δυνάμωσε ξαφνικά, απότομα και έκαιγε κάθε σπιθαμή του κορμιού και της ψυχής του. Αλίμονο το βλεπε και ο ίδιος ότι, από αυτό που ζούσε δε θα μπορούσε να ξεφύγει ποτέ, σε τούτη τη ζωή. Ήταν πάνω και πέρα από τις δυνάμεις του. Καθώς φιλούσε το παρθενικό της λαιμό, η ένταση καθρεφτιζόταν στα μάτια του με τόση δύναμη που η Βάσω τρόμαξε. Αυτός ο άνθρωπος, ο άντρας της τώρα πια, ένιωθε πράγματι για αυτή τόσο μεγάλα πράγματα που δεν θα μπορούσε ποτέ να του τα ανταποδώσει.

Ωστόσο αφέθηκε στα έμπειρα χέρια του και έζησε τη πρώτη της νύχτα μαζί του, με όση δύναμη είχε το είναι της. Τόση δύναμη όμως που για τον Παναγιώτη δεν ήταν αρκετή. Και όταν το ξημέρωμα τους βρήκε αγκαλιά αποκαμωμένους, ο Παναγιώτης της ψέλλισε –και αν έγινες δική μου, δική μου δεν είσαι. Και αν τα μάτια μου δουν ότι κοίταξες άλλον ή ότι σε κοίταξε άλλος, πρώτα θα σε σκοτώσω και μετά θα σκοτωθώ… Η πομπή προχωρούσε αργά ανεβαίνοντας την Μαράτου με κατεύθυνση το νεκροταφείο της Ανθούπολης. Το φέρετρο το κρατούσαν τα αδέλφια του πεθαμένου και πίσω ακολουθούσε η μάνα του και κόσμος πολύς, συγγενείς και φίλοι. Η Αλεξάνδρα πρώτη στη πομπή προχωρούσε σχεδόν αγέρωχη. Κάποια μικρά ασταθή βήματα εδώ και κει και το κέρινο πρόσωπο της, πρόδιναν στιγμές-στιγμές το τι ένιωθε μέσα της. Η Βάσω από ώρα είχε σταθεί στη πόρτα του σπιτιού της και περίμενε. Σαν είδε τη πομπή γύρισε στην αδελφή της την Νικολίτσα και της είπε –δώσε  μου από το καλόγερο τη ζακέτα σου που είναι κρεμασμένη –έμπα μέσα δεν είναι σωστό αυτό που πας να κάνεις, της ανταπάντησε η αδελφή της. –μωρέ είναι δεν είναι, εγώ θα τη φορέσω. Άπλωσε το χέρι της πήρε μόνη της τη κόκκινη ζακέτα της αδελφής της τη φόρεσε, έβγαλε από μια τσέπη της και ένα κόκκινο μανό που βρήκε, στάθηκε στην κεφαλόσκαλο και άρχισε να βάφει να νύχια της αργά και επιδεικτικά.


Η Νικολίτσα την τράβαγε από το μπράτσο για να τη βάλει μέσα στο σπίτι. –Βάσω παλάβωσες τελείως, άντρας σου ήτανε στο κάτω-κάτω και ας χωρίσατε, έμπα μέσα τι ρεζιλίκια πράγματα είναι αυτά. –χάρε, χαρά που μου φέρες και λύπη που μου παίρνεις, ήταν η απάντηση της Βάσως και στύλωσε τα πόδια με λύσσα, μένοντας ακίνητη για να τη δουν όλοι που πανηγύρισε. Και πράγματι την είδαν. Και είδαν και στα μάτια της το άσβεστο μίσος για τον Παναγιώτη που δεν έλεγε να κοπάσει ούτε με το θάνατο του. Και αν δεν ήταν τόσος κόσμος μαζί τα αδέλφια του θα της είχαν επιτεθεί και θα τη σκότωναν. Ψιθύρισαν μονάχα καθώς περπατούσαν αργά κρατώντας το φέρετρο βρισιές και έτριζαν τα δόντια τους. Για αυτήν, αυτή η νεκρώσιμη πομπή ήταν ο θρίαμβος της, η δικαιοσύνη της και τέτοια χαρά δε θα ξαναζούσε ούτε και θα την άλλαζε για τίποτα.Σαν έφτασαν στο νεκροταφείο ο παπάς διάβασε τα τελευταία λόγια πάνω από τον νεκρό και τα αδέλφια του σήκωσαν το φέρετρο και αργά-αργά το τοποθέτησαν στο μνήμα. Ήταν η μοναδική στιγμή που είδαν την Αλεξάνδρα να λυγίζει, να χάνει την ισορροπία της και να λιποθυμά. Ίσως γιατί τότε ήταν που συνειδητοποίησε ότι ο αγαπημένος της γιος είχε πεθάνει και δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ πια. Ίσως πάλι γιατί κατάλαβε, έστω και τότε, ότι σε όσα έγραψε η μοίρα, δικαίωμα να παρεμβαίνουμε δεν έχουμε και αν το κάνουμε, το αντίτιμο θα είναι ακριβό, θα πονέσει και θα ναι και για πάντα. 

Γιώργης Ταξιδευτής.

Read this article in Engilsh
uk-icon

Καλή αντάμωση…

19

Το χώμα δεν μπορεί να καλύψει συγκινήσεις, φιλίες, βόλτες, καφέδες και συζητήσεις. Δεν μπορεί να καλύψει βοήθειες, πολύωρα τηλέφωνα (ακόμα και από τη Βραζιλία), ξενύχτια, οδηγίες και καρδιοχτύπια. Το χώμα δεν μπορεί να καλύψει τίποτα από αυτά και κυρίως την αγάπη που μας έδωσες και την αγάπη που σου είχαμε. Και αν σε χάσαμε, προσωρινό είναι. Μια μέρα θα βρεθούμε ξανά. Να ξέρεις όμως ότι η θύμηση σου και συ μαζί, ζείτε στο μυαλό και στη καρδιά πολλών ανθρώπων. Και η φλόγα αυτή θα θεριεύει και θα μείνει ζωντανή για πάντα. Μέχρι να βρεθούμε ξανά…

Ήταν τιμή μου που ήσουν φίλος μου…
Γιώργης

1974-2012

552013_469127833110158_906511842_n

1974, καλοκαίρι. Μικρό παιδί, δίχως πλήρη συναίσθηση των πεπραγμένων γύρω μου. Εκείνο το βράδυ καθόμουν
μπροστά στη τηλεόραση μαζί με όλη την οικογένεια. Αλλά ήταν ένα βράδυ διαφορετικό από τα άλλα. Η αγωνία και ο φόβος ήταν ζωγραφισμένα σταπρόσωπα όλων.Στα παράθυρα και στις πόρτες ήταν κρεμασμένες μαύρες
κουρτίνες.Κανείς δε κυκλοφορούσε έξω. Μια φίλη μας είχε ξεμείνει σπίτι. Δε τολμούσε να γυρίσει σπίτι της.

Σα προσπαθούσα να μιλήσω, με διέκοπταν απότομα. Δε καταλάβαινα γιατί. Ώσπου στην τηλεόραση φάνηκε η προσγείωση ενός αεροπλάνου. Μια σκάλα πλησίασε και η πόρτα άνοιξε. Ένας ψηλός, αγέρωχος κύριος εμφανίστηκε εκεί πάνω. Θυμάμαι τη μάνα μου να δακρύζει.- Ήρθε τελικά, ψιθύριζε. Λίγο μετά ο κύριος εκείνος έβγαζε λόγο. Ακόμα και καθισμένος, ήταν πάντα το ίδιο εντυπωσιακός.

Λίγο καιρό μετά ο ίδιος κύριος έβγαινε σε ένα μπαλκόνι, μιλούσε και χαιρετούσε το πλήθος, που τον επευφημούσε. Καραμανλή τον έλεγαν και όλοι μιλούσαν για αυτόν. Έλεγαν ότι έφερε τη Δημοκρατία στη χώρα μας. Δεν ήξερα ποια ήταν αυτή. Ούτε που είχε χαθεί. Ήξερα όμως πως πια κανείς δε φοβόταν να κυκλοφορήσει στο δρόμο, ούτε και μιλούσε για πόλεμο.

1981, 18 Οκτωβρίου. Είμαστε με τη μάνα μου μέσα σε ένα τρένο. Γυρίζουμε από την Πάτρα που είχε πάει να ψηφίζει. Κάνουμε όλο το ταξίδι όρθιοι. Πουθενά θέση. Το τρένο σταματάει συνέχεια. Αυτοκίνητα, κόσμος πολύς, κορναρίσματα, φασαρία. ΑΛΛΑΓΗ φωνάζουν όλοι, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ο ΛΑΟΣ ΔΕ ΞΕΧΝΑ ΤΗ ΣΗΜΕΝΕΙ ΔΕΞΙΑ. Κρατάνε αφίσες και πανό με τη φωτογραφία ενός κυρίου ελαφρώς παχουλού και σχεδόν καραφλού. Παπανδρέου τον έλεγαν. Έφερε τη Δημοκρατία είπαν. Δεν είπα τίποτα αλλά σκεφτόμουν ότι μάλλον θα είχε χαθεί, ξανά. Ίσως να φταίγαμε εμείς γιατί δεν τη κρατήσαμε, ίσως να βγήκε έξω και να έχασε το δρόμο. Δεν ήξερα. Απλά κοιτούσα.

Και πέρασαν τα χρόνια. Και μεγάλωνα και καταλάβαινα πια. Καιρό άκουγα συνθήματα και παρακολουθούσα καβγάδες. Αλλαγή οι από δω, απαλλαγή οι από κει. Εφιάλτες, δοσίλογοι οι από δω, κομούνια, κλέφτες οι από κει. Οι κυβερνήσεις αλλάζανε συνέχεια και ο κόσμος επευφημούσε. Και να οι συγκεντρώσεις και να τα πούλμαν και να το Σύνταγμα γεμάτο. Και στα πολιτικά γραφεία ουρά μεγάλη. Για να πιάσεις δουλειά, να πάρεις δάνειο, να ζητήσεις μετάθεση, να έρθεις με απόσπαση από τα σύνορα στην Αθήνα. Χαμένες ευκαιρίες, χρέη, καμμένη γη έλεγαν όλοι ότι παρέλαβαν. Και σκάνδαλα και ειδικά δικαστήρια και συγκυβέρνηση και οικουμενική και Κατσίκης και Μητσοτάκης και ξανά Παπανδρέου. Και μετά ο Καραμανλής και ο Παπανδρέου αποδήμησαν εις Κύριον και ανέλαβαν άλλοι. Και το χρηματιστήριο σκαρφάλωσε σε ύψη ασύλληπτα και γίνανε όλοι πλούσιοι. Δείγμα μιας ευημερούσας οικονομίας έλεγε ο τότε πρωθυπουργός. Σημίτη τον λέγανε αυτόν. Μικροσκοπικός φαινόταν, αλλά δύο φορές νίκησε στις εκλογές.

Και πέρασαν τα χρόνια. Άλλος Καραμανλής και άλλος Παπανδρέου ανέλαβαν… Και ήρθαν Ολυμπιακοί Αγώνες, Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, διαγωνισμοί τραγουδιού και όλοι περήφανοι για τη Πατρίδα μας τραγουδούσαμε αγκαλιασμένοι στους δρόμους. «Ας κρατήσουν οι χοροί..» Και όλες οι χώρες μιλούσαν για το «ελληνικό θαύμα». Μια τόσο μικρή χώρα να κατορθώνει τόσα πολλά και όλοι να θέλουν να έρθουν να μείνουν και να δουλέψουν εδώ, να γίνουν έλληνες και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους πάνω σε τούτη τη γη.

2012, Απρίλιος. Γέρασα πια. Κοιτάζω γύρω μου και στεναχωριέμαι. Κρίση οικονομική λένε όλοι. Λεφτά δεν υπάρχουν και ο κόσμος πεινάει. Άνθρωποι αυτοκτονούν καθημερινά, περιουσίες χάνονται, σπίτια και αυτοκίνητα πουλιούνται για ένα κομμάτι ψωμί. Το κράτος μας πτώχευσε. Και εξακολουθεί να παίρνει δανεικά. Και δεν έχει να πληρώσει καλά-καλά μισθούς και συντάξεις, να συντηρήσει στρατό, νοσοκομεία και σχολεία. Σας σώσαμε λένε οι μεν, μας καταδικάσατε λένε οι δε. Θα είχαμε βουλιάξει χωρίς εμάς λένε οι δε, θα είχαμε σωθεί χωρίς εσάς λένε οι δε. Θα μας καταστρέψετε λένε οι μεν, εμείς θα σας σώσουμε λένε οι δε. Εσείς κλέψατε τη χώρα λένε οι μεν, όχι εμείς, εσείς είστε κλέφτες φωνάζουν οι δε. Και κανείς πια δεν είναι περήφανος για τη Πατρίδα μας. Και κανείς δε θέλει να μείνει εδώ πια. Και όλοι ψάχνουν δουλειά σε άλλες χώρες. Και πολιτικοί και κληρικοί καταλήγουν στη φυλακή για καταχρήσεις και για απάτες. Και όλοι δηλώνουν αθώοι και κανείς δεν έχει ευθύνη. Και όλοι αυτοί, πολιτικοί, κυβερνώντες και μη, έχουν περιουσίες τεράστιες. Καταθέσεις στο εξωτερικό, ακίνητα, εταιρίες. Και όλοι αυτοί δεν είχαν τίποτα από αυτά το 74…. Και σε λίγες μέρες έχουμε ξανά εκλογές. Και πάλι οι ίδιοι ζητάνε τη ψήφο μας. Να μας σώσουν ξανά λένε. Να μας βγάλουν από το αδιέξοδο, να γίνουμε χώρα περήφανη, ανεξάρτητη και δημοκρατική, ξανά…

Γιώργης Ταξιδευτής

Read this article in English
uk-icon

Γυναίκα

297564_469304453092496_1596264103_nΣτη Κατερίνα

Έσκυψε πάνω του και τον φίλησε στα χείλη. Ένα φιλί άγριο και παθιασμένο που τον έκανε να αισθανθεί ένα ρίγος στη σπονδυλική
του στήλη. Καθώς τα χέρια της ξεκούμπωναν το πουκάμισο του βιαστικά, το στόμα της διέτρεχε το λαιμό και το στήθος του. Τον ποθούσετόσο καιρό. Και απόψε τον είχε στα χέρια της. Όλο δικό της. Μια στιγμή, μια φορά, για αυτή τη ζωή. Αυτή τη στιγμή που περίμενε τόσα χρόνια. Αν και ήξερε ότι άλλη στιγμή δεν θα υπήρξε, μιας και οι δύο τους ήταν παντρεμένοι και η ίδια τουλάχιστον, δεν είχε καμιά πρόθεση να διαλύσει την οικογένεια της και να χάσει χρήματα, κοινωνική θέση και ότι άλλο πήγαζε από τον γάμο της,  αυτήν την ευκαιρία δεν θα την έχανε.

Αυτή τη στιγμή δεν την ένοιαζε τίποτα. Ούτε ο άντρας της, ούτε τα παιδιά της, ούτε η έρμη η μάνα της που ήξερε που βρισκόταν και με ποιο σκοπό και μαράζωνε από τον καημό της. Της ήταν όλα αδιάφορα. Ούτε τα σκεφτόταν ούτε καν πέρασαν από το μυαλό της. Λίγα λεπτά μετά, ήταν και οι δύο γυμνοί.
Τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του και κάθισε πάνω του. Τον αισθάνθηκε σκληρό πάνω στη κοιλιά της και φρόντισε γρήγορα να τον πάρει μέσα της. Άρχισε να κουνιέται άγρια, λυσσασμένα. Ας ήταν για μια φορά. Θα το ζούσε όμως. Με όλο το είναι της, τη ψυχή και το κορμί της.  Από τη μεριά του αυτός ένιωθε ήδη τη πυρκαγιά που την έκαιγε. Όχι πως τόσα χρόνια του ήταν αδιάφορη. Κάθε άλλο. Όμορφη γυναίκα ήταν. Αλλά τέτοια ένταση που ένιωθε, δεν την είχε ζήση με καμιά άλλη γυναίκα. Αφέθηκε να κυλιστεί στο πόθο μαζί της. Ας ήταν. Ας ξεχνούσε και χρέη και γυναίκα και παιδιά. Για κείνη μόνο. Μόνο για απόψε.

Τα κορμιά τους κυλίστηκαν πάνω στο καναπέ και στο χαλί. Μόλις ξαναβρέθηκε πάνω του, έσφιξε με μεγαλύτερη δύναμη τα πόδια της γύρω του. Αν ο άντρας της, την είχε κάνει να αισθανθεί έστω για μια φορά αυτό που αισθανόταν τώρα, θα μπορούσε να ζήσει την υπόλοιπη ζωή της ευτυχισμένη. Αλλά αυτός, πάντα σοβαρός και μετρημένος έμοιαζε να μη μπορεί να εξωτερικεύσει κανένα συναίσθημα. Αν είχε ποτέ του. Αντίθετα αυτή ήταν μια γυναίκα που ξεχείλιζε από συναισθήματα. Τόσο έντονα και παθιασμένα που δύσκολα θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν. Και έτσι μάζευε μέσα της. Μάζευε όπως μαζεύει το ηφαίστειο. Ένα ηφαίστειο, που απόψε, επιτέλους είχε  εκραγεί και η λάβα του έκαιγε τόσο την ίδια όσο και το ταίρι της.

Συνέχιζε να κουνιέται όλο και πιο άγρια πάνω του. Σύντομα, το πάθος της τον παρέσυρε σε τέτοιο σημείο που αυτός παραδόθηκε τελείως. Τα υγρά του πετάχτηκαν από μέσα του και συναντήθηκαν με τα δικά της υγρά. Αυτή χλιμίντρισε σαν άλογο. Η λαβή της χαλάρωσε, σηκώθηκε από πάνω του και ξάπλωσε δίπλα του. Αν και το πρόσωπο της έμοιαζε ανέκφραστο, το σώμα της είχε επιτέλους γαληνέψει.

Άναψε τσιγάρο και τραβήχτηκε στην άκρη του χαλιού. Αισθανόταν ακόμα τη καρδιά της να χτυπάει με τρελούς ρυθμούς και την ανάσα της να κόβεται. Χρειάστηκε όλη τη δύναμη της υποκρισία της για να δείξει ότι παραμένει απαθής. Αυτή, η Κατερίνα, γυναίκα, κύριος του εαυτού της, πλήρης πια, είχε πάρει από αυτόν αυτό που ήθελε. Αυτός προσπάθησε να τη πλησιάσει και να την αγκαλιάσει. Και τότε αυτή, του γύρισε τη πλάτη, σηκώθηκε και άρχισε να ντύνεται. Όταν διάβηκε το κατώφλι του σπιτιού του κλίνοντας τη πόρτα πίσω της και αφήνοντας της απορημένο, είχε ήδη αποφασίσει να τον βγάλει από το μυαλό της. Ότι έγινε-έγινε. Καιρός ήταν να γυρίσει σπίτι της, στο ρόλο της μάνας και της συζύγου. Περπάτησε στο δρόμο αγέρωχα και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της. Την ίδια στιγμή που τα τακούνια της χτυπούσαν στις πλάκες του πεζοδρομίου, η σιλουέτα της λικνιζόταν αργά-αργά, αποκαλύπτοντας μια γυναίκα χορτασμένη από τη ζωή.

Γιώργης Ταξιδευτής

Read this article in English
uk-icon

Λάκυ. Αναμνήσεις μια ζωής

LuckyΉταν 18 Μάιου του 2005. Έβγαινα από τα γραφεία του πάρκου Αντώνης Τρίτσης στο Ίλιον.  Και τότε σε είδα μπροστά μου στα πόδια μιας κυρίας που καθόταν σε μια καρέκλα. Ένα μικρό (πρώην) άσπρο πλασματάκι με το δεξί μάτι σχεδόν βγαλμένο και λουρί γύρω από το λαιμό σου να ζητιανεύει λίγηπροσοχή. Αδύνατο, βρώμικο, κοντοκουρεμένο και αφάνταστα ταλαιπωρημένο. Άνοιξα μια βρύση και από το λάστιχο σου έδωσα να πιείς. Ήπιες αχόρταγα αν και με δυσκολία με πλησίασες. Με δυσκολία δέχτηκες και το χάδι μου. Φοβόσουν πολύ. Σε κοίταξα με πόνο. Δεν ήξερα τι να κάνω για σένα. Να σε πάω σπίτι; Προβλήματα μυριζόμουν με τους υπόλοιπους. Να σε αφήσω εκεί που ήσουν; Δε το έκοβα να τα κατάφερνες. Συνέχισα να σε χαϊδεύω και συ να δέχεσαι με αμφιβολία τα χάδια μου. Καθώς σε ψαχούλευα ανακάλυψα και δυο μικρά ογκίδια στη κοιλιά σου. Και τότε πήρα την απόφαση. Στο δρόμο δε μπορείς να μείνεις. Θα σε πάρω, θα σε πάω σε ένα γιατρό και ο Θεός θα οικονομήσει για το τι θα γίνει στο σπίτι. Σου ζήτησα να με ακολουθήσεις όπως και έκανες.. Άνοιξα τη πόρτα του αυτοκινήτου και πήδηξες μέσα με ευκολία. Κοίταξες το πάρκο καθώς φεύγαμε από το πίσω παρμπρίζ σα να το αποχαιρετούσες. Η ανησυχία σου ωστόσο δε μπορούσε να κρυφτεί. Ποιος ήμουν; Που θα σε πήγαινα; Τι θα σου έκανα;

Λίγη ώρα μετά βρισκόμασταν σε γνωστή μου κτηνίατρο. Σου καθάρισε το μάτι, σε έψαξε για τσιπάκι που δεν είχες και αποφάνθηκε ότι είσαι 6-8 ετών. Εγκαταλελειμμένη; Χαμένη; Ποίος ξέρει. Μπορεί να το έσκασες γιατί δε περνούσες καλά, μπορεί να σε έχασαν, μπορεί πάλι να σε πήγαν για κούρεμα να ανακάλυψαν τους όγκους και να σε άφησαν…

Από το κτηνιατρείο βρεθήκαμε στο σπίτι. Η κόρη μου σηκώθηκε και σε μύρισε. Φοβόσουν πολύ. Ήπιες νερό και προσπάθησες να φύγεις. Πέρασε αρκετή ώρα για να πας αποκαμωμένη στο κρεβάτι και να ξαπλώσεις. Στο ενδιάμεσο δέχτηκα τις επιθέσεις όλης της οικογένειας. Και άλλο; Δε μας έφτανε το ένα; Έχει χαθεί, θα ψάξω για την οικογένεια του και θα τη βρω, δήλωσα αισιόδοξος.

Την επόμενη μέρα με ενημέρωσαν ότι κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο ύστερα από ταλαιπωρίες και αναποδιές πολλών μηνών. Θεώρησα ότι μου έφερες τύχη και έτσι σε έβγαλα Λάκυ (τύχη).

Και άρχισα το ψάξιμο. Τηλεφώνησα σε όλους τους κτηνίατρους της περιοχής που σε βρήκα. Έβαλα αγγελία στις εφημερίδες και αφίσες παντού. Η οικογένεια σου δεν βρέθηκε. Σε ζήτησε μόνο κάποιος κύριος για να ζευγαρώσει το αρσενικό του. Δε σε έδωσα. Δε μου πήγαινε η καρδία. Άλλωστε ήδη σε είχα πάει και σε δεύτερο κτηνίατρο για να διαπιστώσω τι μπορεί να είναι οι όγκοι που είχα δει από τη πρώτη στιγμή. Η διάγνωση ήταν απογοητευτική. Μοιάζει με καρκίνο στήθους. Απαιτείτε χειρουργείο και βιοψία. ¨Πόσο θα κοστίσει γιατρέ; 5000 ευρώ…¨  Φυσικά ούτε εγώ τα είχα αυτά τα λεφτά ούτε και περίμενα να τα δώσει όποιος σε έπαιρνε.

Είπα θα σε κρατήσω για πάντα, άλλωστε σε είχε αγαπήσει πια όλη η οικογένεια και δε σου χάλαγε χατίρι. Ούτε και σε μάλωνε κανείς. Ακόμα και  όταν αγρίευες την αδελφή σου για να της κλέψεις το φαγητό ή όταν έκλαιγες γιατί έμεινες για λίγο χωρίς ανθρώπινη παρέα στο σπίτι.

Και έτσι ξεκίνησε μια κούρσα από γιατρό σε γιατρό. Και φυσικά ο καθένας ζητούσε ότι ήθελε. 3.000 ευρώ, 1500 ευρώ κλπ. Με τα πολλά καταλήξαμε κάπου στο Πέραμα. Η γιατρός εκείνη σε χειρούργησε με μόλις 150 ευρώ και σου αφαίρεσε και τους δύο όγκους. Ήταν απόλυτα σίγουρη ότι το πρόβλημα σου θα τελείωνε εδώ. Σε ένα μήνα όμως οι όγκοι ξαναβγήκαν. Νέος γύρος γιατρών. Λάθος αντιμετώπιση. Απαιτείται ολική μαστεκτομή και στείρωση, είπαν οι περισσότεροι. Μόνο που τα λεφτά που ζητούσαν δεν υπήρχαν. Και έτσι καταλήξαμε στη φιλοζωική. Με τα 100 ευρώ που είχα σε στείρωσα για να σταματήσουν να γεννιούνται ορμόνες. Με την ελπίδα ότι θα σταματήσουν και οι όγκοι να μεγαλώνουν. Ανάρρωσες γρήγορα αλλά η ελπίδα αποδείχτηκε μάταια. Έπρεπε να ξανά χειρουργηθείς. Μια φίλη μου σύστησε την κ. Τζιάκη Μάρθα. Σε πήγα και δέχτηκε να σε χειρουργήσει με μόλις 300 ευρώ. Και 50 η βιοψία.

Σε όλη τη διάρκεια του χειρουργείο περίμενα απ΄ έξω. Κρατούσα το παρακλητικό κανόνα στη Παναγία και προσευχόμουν. Ένα τόσο δα πλασματάκι, άκακο και ανυπεράσπιστο. Βόηθα Μάνα. Και βοήθησε. Το χειρουργείο πήγε καλά. Και παρά τη ταλαιπωρία σου βγήκες περπατώντας και καμαρωτή. Ήταν δύσκολη η πρώτη νύχτα. Δε κοιμηθήκαμε. Αλλά συνήλθες γρήγορα. Μόνο που σαν βγήκε η βιοψία φοβήθηκα. Από τα χειρότερα είδη μεταστατικού καρκίνου. Για να μειώσουμε το κίνδυνο μετάστασης (αν αυτή ήδη δεν είχε γίνει) έπρεπε να σε πάω σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ξανά για χειρουργείο. Ούτε να το ακούσω δεν ήθελα. Με τις τρεις ναρκώσεις παρουσίασες ανεπάρκεια καρδιάς. Αποφάσισα να το αποφύγουμε όσο μπορούμε. Άρχισα πάλι να ψάχνω για γιατρούς και θεραπείες. Κατέληξα στην κ. Λουκάκη Αικατερίνη, κτηνίατρο-ομοιοπαθητικό. Ίσως, μια τέτοια θεραπεία σε βοηθούσε.

Και σε βοήθησε. Ο οργανισμός σου ανταποκρίθηκε στην ομοιοπαθητική. Ήσουν πού σύντομα ξανά παιχνιδιάρα και αγαπησιάρα όπως στην αρχή. Ανεβοκατέβαινες σε κρεβάτια, καναπέδες και καρέκλες με μεγάλη ευκολία. Και με έκανες ευτυχισμένο που σε έβλεπα να μου κουνάς την ουρά σου και να μου δίνεις φιλιά. Θυμάμαι όταν γυρνούσα σπίτι, φώναζα τα ονόματα, το δικό σου και της αδελφής σου. Βγαίνατε μαζί στο μπαλκόνι, κοιτούσατε κάτω και μετά τρέχατε γύρω-γύρω μέσα στο σπίτι γαβγίζοντας χαρούμενες για να ανακοινώσετε την επιστροφή μου. Θυμάμαι που έμπαινα στο σπίτι και σκαρφαλώνατε μαζί στην αγκαλιά μου. Θυμάμαι που καθόμουν στη πολυθρόνα και ανεβαίνατε μαζί μου. Που νευριασμένος φώναζα και ένα νεύμα σου ήταν αρκετό για να με ηρεμήσει. Που μόλις έκανα παράκληση ερχόσουν δίπλα μου, γυρνούσες ανάσκελα και μου έδειχνες με τα πόδια σου την κοιλιά σου. Μόλις σε σταύρωνα μου έγλειφες τα χέρια και ικανοποιημένη καθόσουν και με παρακολουθούσες μέχρι να τελειώσω. Που με σκούνταγες επίμονα να σου δώσω μερίδιο από το φαγητό μου. Που σε έπαιρνα αγκαλιά και κοιμόμασταν μαζί. Που σε έντυνα το χειμώνα για να βγούμε βόλτα και περπατούσες περήφανη για το ρουχαλάκι που σου φόραγα. Που σε πήγαινα για κούρεμα και ήσουν πολύ χαρούμενη. Που πήγαμε μαζί στη θάλασσα και νόμιζες ότι πνιγόμουν. Μπήκες μέσα και προσπάθησες να με σώσεις και να με τραβήξεις στη στεριά. Πόσα έχω να θυμάμαι από σένα, πόσες όμορφες στιγμές. Οι καλύτερες, της ζωής μου όλης.

Πέρασε καιρός πολύς. Ήσουν πάντα ακμαία και δυνατή. Έφτασες τα 13 κιλά και η γιατρός ζήτησε αυστηρή δίαιτα. Βγήκαν ξανά δυο ογκίδια στο αριστερό τμήμα των μαστών σου αλλά παρέμειναν τόσο μικρά που δεν ήταν χειρουργήσιμα. Ούτε και σε πόναγαν.

Όμως περνώντας τα χρόνια φέρνουν μαζί και τα γεράματα. Και δυστυχώς αυτά ποτέ δεν έρχονται μόνα τους. Αρρώστησες με νεφρική ανεπάρκεια. Αττικό νοσοκομείο ζώων, με ορό. Σε άφησα μια μέρα μόνη εκεί. Δε μπορούσα να έρθω. Ήρθα την επόμενη. Δε τρώει μου είπαν και οι τιμές στα νεφρά δε λένε να πέσουν. Μόλις φώναξα Λάκυυυ πετάχτηκες όρθια μέσα στο κλουβί σου. Σε πήρα αγκαλιά, πήρα και τον ορό παραμάσχαλα και τα πιατάκια με το φαγητό και το νερό και κάτσαμε σε μια καρέκλα απ έξω. Τυλιγμένη σε μια κουβέρτα να προσπαθώ πεισματικά να σε πείσω να φας. Και έφαγες. Δεν είχες όρεξη, το ξέρω αλλά δε μου χάλαγες χατίρι. Τρεις μέρες μετά οι τιμές των νεφρών έπεσαν. Ο κ. Κοντός που είχε ενδιαφερθεί μετά από επίμονα τηλεφωνήματα της κ. Λουκάκη μου επέτρεψε να σε πάρω σπίτι. Για την ακρίβεια είπε ¨ότι ήταν ιατρικός δυνατόν έχει γίνει. Στο σπίτι της με την οικογένεια της θα είναι καλύτερα. Άλλωστε εδώ ούτε η ίδια δεν θέλει να παραμείνει¨. Και όντος στο σπίτι συνήλθες Αν και βάζαμε ορό κάθε δύο μέρες, έτρωγες και περπατούσες κανονικά. Αρχίσαμε πάλι τις βόλτες μας και τα παιχνίδια μας.

Μέχρι που εκείνο το απόγευμα χρειάστηκε να λείψω για δυο ώρες. Και δυστυχώς ξέφυγες της προσοχής και όπως ήσουν αδύνατη και τυφλή πέρασες μέσα από τα κάγκελα στο μπαλκόνι και έπεσες από το δεύτερο. Σπασμένη λεκάνη… Αττικό για άλλη μια φορά. Αυτή τη φορά ήξερα ότι το τέλος έρχεται. Το έβλεπα και είχα παγώσει. Κρατήθηκες στη ζωή δέκα μέρες. Δέκα μέρες γεμάτες πόνο, που δε σου άξιζε. Ώσπου εκείνο το πρωί της 22ας Φεβρουαρίου του 2011, στις 9,30 ακριβώς κοιμήθηκες και αναπαύτηκε η ψυχούλα σου.

Παιδί μου, σήμερα κλείνει ένας χρόνος που ταξίδεψες, μέσα από την δική μου αγκαλιά στην αγκαλιά του Θεού. Δε πέρασε μέρα που να μην σε σκέφτηκα, μέρα που να μην έκλαψα για σένα, μέρα που να μη παρακάλεσα το Θεό να σε έχει μαζί του στα πόδια του να του κρατάς παρέα. Εκείνη την αποφράδα μέρα μόλις σε πήραμε για το μεγάλο ταξίδι η αδελφή σου έκατσε πίσω από τη πόρτα και έκλαιγε. Έκτοτε όποτε βλέπει λευκά σκυλάκια τα πλησιάζει με ιδιαίτερη χαρά. Μόλις όμως ανακαλύπτει ότι δεν είναι εσύ, γυρίζει το κεφάλι της με λύπη και φεύγει…

Κορίτσι μου, παιδί μου, παρηγοριά των πόνων μου και γιατρειά της αρρώστιας μου. Παρακαλάω το Θεό κάθε μέρα να με αφήσει να σε ξαναδώ και να σε αγκαλιάσω. Να σε χαϊδέψω έστω και μια φορά ακόμα. Θυμάσαι τι σου έλεγα όταν σε κράταγα αγκαλιά μου; ¨Πόσο την αγαπάει τη Λάκυ του ο πατέρα της; Από την γη στον ουρανό, γύρω-γύρω από τη γη και πίσω πάλι. Γιατί την αγαπάει τη Λάκυ του ο πατέρας της; Γιατί είναι το κορίτσι του, γιατί είναι το παιδί του, γιατί είναι η αγάπη του, γιατί είναι η ζωή του, γιατί είναι το αστέρι του, γιατί είναι η ψυχή του¨.  Έτσι σε αγαπούσα, έτσι και θα συνεχίσω να σε αγαπώ στη ζωή μου όλη.. Από εκεί που είσαι το ξέρω ότι με βλέπεις και με ακούς, ξέρω ότι με νοιάζεσαι. Να μπορούσα και γω να σε δω…

Παιδί μου, θέλω να σου ζητήσω συγνώμη που εκείνο το απόγευμα έφυγα, και θέλω να σου πω ευχαριστώ για όλα όσα ζήσαμε μαζί. Για όλες τις στιγμές που μου χάρισες. Για όλη την αγάπη που μου έδωσες χωρίς φειδώ. Για ότι μου πρόσφερες χωρίς ποτέ να μου ζητήσεις τίποτα. Να σου πω ευχαριστώ γιατί απλά, υπήρξες στη ζωή μου. Κόρη μου, καλή αντάμωση,

Ο πατέρας σου.

ΥΓ. Θα ήθελα να ευχαριστήσω δημόσια :

  • τη κ. Τζιάκη Μάρθα για την επιτυχή μαστεκτομή σε ειδική τιμή,
  • τη κ. Λουκάκη Αικατερίνη για τις υπηρεσίες χρόνων, την ομοιοπαθητική θεραπεία που σου πρόσφερε και το αμέριστο ενδιαφέρον και συμπαράσταση όχι μόνο τότε που ήσουν στο νοσοκομείο αλλά και κάθε στιγμή της ζωή σου και
  • όλους τους φίλους και γνωστούς που μου συμπαραστάθηκαν εκείνες τις μέρες.

Επιμύθιο

Η Λάκυ τον Δεκέμβριο του 2013 πήρε μέρος στο διαγωνισμό φωτογραφία της χρονιάς, της σελίδας Ιστορίες Αδέσποτων στο Facebook. Στις 31/12 το βράδυ ανακοινώθηκε η νίκη της, μια νίκη που χαροποίησε τόσο την ίδια όσο και όλη την οικογένειας της. Με την ευκαιρία αυτή, τόσο αυτή όσο και ο πατέρα της, έγραψαν δύο λόγια ακόμα.

Η Λάκυ θέλει να ευχαριστήσει όλους όσους τη ψήφισαν και να ισομοιράσει το βραβείο της, σε όλους της συνυποψήφιους της. Μου τόνισε ιδιαίτερα ότι σε αυτήν την ψηφοφορία δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Υπάρχουν λέει, μόνο γλυκές μουσούδες που πόζαραν εκφραστικά στο φακό και που έδειξαν σε όλους τους ανθρώπους πόσο όμορφο και γλυκό είναι να ζεις με ένα τετράποδο.  Για το λόγο αυτό ζητάει από το διοργανωτή του διαγωνισμού να βρει έναν τρόπο, ώστε το βραβείο να πάει σε όλους τους διαγωνιζόμενους, έναν-έναν! Τέλος εύχεται σε όλους, Καλή Χρονιά, υγεία, προκοπή και ένα έτος γεμάτο αγάπη!

Και τώρα ένα σχόλιο από μένα. Η Λάκυ, η Λάκυ μου, δεν είναι μόνο το παιδί μου. Δεν είναι μόνο ο σύντροφος τόσων χρόνων. Είναι κάτι παραπάνω. Είναι το σκυλάκι που κάποιος παράτησε στο δρόμο. Είναι το σκυλάκι το άρρωστο και χτυπημένο, που κάποιοι άλλοι προσπέρασαν με περισσή αδιαφορία. Είναι το σκυλάκι που κάποιος βρήκε και έτρεξε για αυτό, το γιατροπόρεψε, έκανε ότι μπορούσε και ότι του κοβε και, προσπάθησε να το κάνει μέχρι τέλους καλά. Είναι το σκυλάκι που πρόσφερε με τη σειρά του, όλη του την αγάπη, τη στοργή και την αφοσίωση στην νέα της οικογένεια.

Η Λάκυ, είναι ένα σύμβολο. Η Λάκυ είναι το σκυλί που αυτή τη στιγμή είναι στο δρόμο, έξω από το σπίτι μας και υποφέρει. Είναι το σκυλί που χρειάζεται βοήθεια, που κρύβεται τα βράδια και κλαίει στον ύπνο του. Είναι το σκυλί που πεινάει, που διψάει, το σκυλί που πολλοί διώχνουν και ακόμα περισσότεροι αποφεύγουν. Είναι το σκυλί που χρειάζεται βοήθεια. Τέλος είναι το σκυλί που θα δώσει τα πάντα για να κάνει ευτυχισμένο το νέο του γονιό. Η Λάκυ είναι εκεί έξω, δίπλα μας, μπροστά μας, πίσω μας, στη γειτονιά μας, στη βόλτα μας.

Περάσαμε πολλά μαζί η Λάκυ και εγώ. Και πολλά δύσκολα. Αλλά δεν αλλάζω ούτε ένα. Γιατί η πορεία μας ήταν μοναδική και ανεπανάληπτη.  Και αν έδωσα ένα, πήρα εκατό. Για την ακρίβεια τόσα, όσα τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν. Δε θέλω και δε μπορώ να πω άλλα. Βλέπεται οι αναμνήσεις έρχονται συνέχεια στο μυαλό και συγκινούμε. Ένα μόνο. Ανοίξτε τα μάτια σας και τη καρδιά σας. Μαζέψτε ένα ζωάκι από το δρόμο. Ας είναι άρρωστο, με ψώρα, μονόφθαλμο, κουτσό, τυφλό, με καρκίνο. Θα του σώσετε τη ζωή, αλλά και εκείνο με τη σειρά του, θα σώσει τη δική σας…

Σας ευχαριστώ από καρδιάς όλους,

Γιώργης Ταξιδευτής

Read this article in English
uk-icon

Children’s queries

teo

When I was little, I remember asking my mother:

 “Mom, if ever they would tell you that there was a mistake in the hospital and I am not really your child, would you love me just as much?” 

She stopped her knitting for a moment and looked at me in amazement. She then smiled, reached out to pat me on the head and replied:

“Son, it’s not the brief pain of birth that counts, it’s the long lasting pain of a lifetime”.

Years went by and there I was with my newly acquired puppy. I watched her grow with me as we shared the same food, the same bed, the same days and nights. She was my friend, my companion. She jumped around and played and she made me very happy. She was sick and I felt sick as well. She got better and I was feeling better too.
And one day when she was grown I looked at her straight in the eyes and realized how deeply I would miss her when she will be gone. It was then that I understood my mother’s words, that it’s not the brief pain that counts but the pain of a lifetime.
It was for me to take care of her, to pet her, to buy her toys, to feed her, to make sure she has everything she needs, to watch her grow strong and play happily, to worry every moment that something bad might happen to her, to fear any illness.
And when the time came that the circle of her life was complete, I knew it in my heart that she would be irreplaceable, because every creature is unique and unrepeatable. Her lovely trace was indelibly printed on my soul.
What difference does it really make whether my child is human or canine? Wasn’t she raised with the same amount of love? Wasn’t she nurtured as if she was my own baby? Didn’t she make me feel unprecedented feelings? Didn’t I worry and cried for her? Didn’t I feel guilty at times for not providing for her as much as I should have?
Or is there any doubt that she didn’t love me in return? That she adored me and stood beside me in my every moment, be it good or bad? That she never betrayed me, criticized me or hurt me in any way? Did she ever deny me of her affection? Didn’t she wake me up with licks and kisses every morning? Didn’t she always respond to my call for play? Didn’t she stand quietly beside me in my times of sorrow? Is there any doubt, whatsoever, that she loved me any less than I loved her?
How can one describe the life with a dog? What one offered and what one received in return? Sometimes words are very poor, not enough, to specify, to reflect the feelings one experiences.
Now it’s my turn to add to my mother’s words:
“It’s not the brief pain of a moment that counts but the long lasting pain of the lifetime you spend with every furry friend you raise, you nurture and you love…Adopt a dog and adore him as if he were your own child. Treat him as if he were your baby. And remember that he will always love you very much more in return!”

Giorgis Taxideutis

This day many years ago…

3rThis day many years ago… This day many years ago I arrived in the Holy Monastery of Vatopedi, on my first trip to Mount Athos. The monastery that had offered me accommodation previously, was quite a distance easy and the travel to go there exhausted me. I found myself in big agony because I had made no arrangements for my stay in Vatopedi. So I wouldn’t know whether I would be allowed to stay there or where would I end that night. Fortunately, everything was settled and they accepted me in the monastery. Quite tired I simply decided to visit the church and light a candle in the night vigil to follow and later go to sleep. “Let me pray tomorrow and watch the liturgy of tomorrow”, I decided. Indeed, shortly after the start of the service, my tired feet brought me to the church.”I must stay for 5 minutes” I thought, “it shouldn’t be right if I left immediately”. After all, the Archangels’ celebration is dawning”. And these 5 minutes became 5 hours. And there I was, motionless, stunned, watching with my entire senses alert. The choruses changing one another, the melodies bedazzling, the angelic voices of the monks astonishing under the dim, candle light. And occasionally a monk gently wiggling the huge chandelier … The ritual so grand and strict that left you wondering whether you are about to see the form of a Byzantine emperor into the thin light… The whole congregation stood there still, intent, contemplating the words of the liturgy taking place in memory of the synaxis. I do not know how much time had passed when an elder monk stood in the middle of the church and in a calm and firm voice, read the Mass book: “… the most beautiful, stronger and brighter, boasted … above the stars of heaven I will put my throne, and I will be like the Highest … then he fell and along with him dragged many angels … at this critical time Archangel Michael stood in the middle of the sky and praised loudly the Lord: “Let us stand well, let us stand with fear.”And immediately the Angels stood in their place and began chanting: “Holy, Holy, Holy Lord Sabaoth, heaven and earth are full of your glory.” And so the falling stopped. On November 8, therefore, we are not celebrating the fall for which we regret, but the congregation. ” My eyes wept. He gave us free will. And we, ourselves, betray Him… Our course and outcome are of our responsibility… But He, in his boundless love for His creation, came to earth, taught, surrendered, was crucified, took upon Himself the sin of the whole human race, resurrected and has not ceased to forgive… Asking us for what? To simply say “I apologize, I have sinned”. To accept the mistakes we have done without excuses and ask for forgiveness. And if our repentance is true, then His hands are open and His joy great. Because everyone who turns to Him is not a sheep returning to the herd, but the prodigal son who returns to his Father… My soul bowed. And before the tears flood my eyes, I approached the image of the Mother Mary Esfagmeni (slain). I kneeled and asked for Her mediation and help, and I departed as discreetly as I could. I hope to find myself again, on such a day, to Vatopedi and live again the same experience. With a difference though: Being the prodigal who has finally found his way…
Angels of God, mediate for us…

2ar1ar

 

Today I got to visit Mario

MariosToday I got to visit Mario; I went into his house and found him lying on the couch. He didn’t see me nor hear me; how could he anyway? I sat quietly beside him and caressed his head softly. He jumped up destructed and swayed his muzzle left and right, ‘caught’ my smell and instinctively rushed on me. He wasn’t furious nor attacking. He was his own unique self. He jumped in my arms and started licking my face all over. Every kiss he gave me was accompanied by a soft sigh. It was as though he wanted to say “where have you been? I missed you.” I wrapped my arms around him and let him kiss me. I sat on the floor and played a lot. I was holding him tight and he reached his front legs to me, holding me tight in its turn. In my arms he moved and licked me like a little puppy. He asked for my pudding and kissing. I lied on the floor and let him climb on my chest to go on kissing and hugging me. I moved him on the couch again and tried to take some photos. Yes, this is Mario; Lefki has spent a lot of money for him. Yes, it is Mario, he lives with Marita and Sotiris; they love and take care of him like a son. They take him for long strolls, even by the sea and he looks so calm when he is with them. This is Mario; Mario cannot see and hear. But he can feel, understand and has the same needs as other animals. It is Mario; he is not ‘registered’ in my name, he doesn’t belong to me and yet I feel like I’m hugging my own dog. This is Mario, who, I wish he finds a family of his own, someday, enjoying its exclusive love and care. It is Mario, who trusted me the first moment he felt me before him. One may say: ‘you feel pity on him… poor dog’. No, I don’t feel pity on him and I don’t believe it’s a ‘poor dog’. And I don’t believe that we must feel pity on animals with health problems. We must respect them, instead. And try to compensate for what nature has deprived them. Take care of them and be there for them, as they are there for us. And I dare say that, such animals especially, are there for their family much more than other animals. I wish I could be his eyes and ears, take him and show him the sunrise and the sunset of the day. Listen together and enjoy the plash of sea waves. Spend our nights and days together without anything separating us. My beloved prince. My adorable Mario. I can’t bring you home and feel remorse about it. But I can go on trying to find a person to love you like I love you. Much and forever!

 

Your Giorgis