«Το αίμα που χύθηκε ήταν τόσο πολύ που κοκκίνισε την θάλασσα»-Η Σφαγή της Χίου

Μέχρι το 1821 η ελληνική κοινότητα της Χίου άκμαζε και ευημερούσε εξαιτίας της καλλιέργειας μαστίχας που ανθούσε στο νησί.

Οι Οθωμανοί είχαν παραχωρήσει σημαντικά προνομία στους Χιώτες, εφόσον για τους ιδίους η μαστίχα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό προϊόν το οποίο τους επέφερε μεγάλα κέρδη.

Ο πληθυσμός του νησιού την περίοδο αυτή αριθμούσε περί τους 120.000 κάτοικους, οι οποίοι παρά τα προνόμια που είχαν δεν έπαυαν να ζουν κάτω από την οθωμανική καταπίεση.

Σχέδια για εξέγερση στη Χίο γίνονταν από τους πρώτους μήνες της Επανάστασης, το 1821, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του Τομπάζη, ο οποίος στις 27 Απριλίου 1821, φτάνει στη Χίο με 25 πλοία με σκοπό να παρακινήσει τους Χιώτες να εξεγερθούν κατά των Τούρκων.

Έστειλε κάποιον ψαριανό να μεταφέρει το μήνυμα της επανάστασης στην ύπαιθρο και στα χωριά, γιατί γνώριζε την αντίθετη στάση των προκρίτων και των κατοίκων της πόλης. Τρεις Δημογέροντες πήγαν «στου πασά τη βρύση» και επικοινώνησαν μαζί του κρυφά. Εκεί του εξήγησαν ότι δεν μπορούσαν να δώσουν βοήθεια, επειδή ο περισσότερος πληθυσμός ήταν άοπλος, άπειρος και απροετοίμαστος.   

Επίσης του τόνισαν ότι οι επιπτώσεις στον πληθυσμό των Ελλήνων κατοίκων της Χίου, όπως και των άλλων Χιωτών που είχαν εγκατασταθεί εκτός του νησιού (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη), θα ήταν τραγικές. Έτσι παρακάλεσαν τον Τομπάζη να φύγει από το νησί. Μετά από 3 μέρες ο στόλος εγκατέλειψε άπρακτος το νησί.

Οι Τούρκοι πληροφορήθηκαν το γεγονός της άφιξης των ελληνικών πλοίων έξω από το νησί και κάλεσαν τους Δημογέροντες (Μικές Βλαστός, Ιωάννης Πατρικούσης και Χατζή Πολυχρόνης Διοματάρης), για να τους πάρουν πληροφορίες. Οι Δημογέροντες αρνήθηκαν ότι γνωρίζουν κάτι σχετικά και οι Τούρκοι τους ζήτησαν να καλέσουν και άλλους πρόκριτους.

Στη συνέχεια ήρθαν 10 πρόκριτοι και ο μητροπολίτης Πλάτων με το διάκονό του Μακάριο Γαρρή. Οι Τούρκοι τους φυλάκισαν στη σκοτεινή φυλακή του κάστρου. Επιπλέον οι Τούρκοι ζήτησαν από τους Χιώτες να παραδώσουν ό,τι όπλα είχαν και να μην κυκλοφορούν τις βραδινές ώρες.

Τον Ιούλιο του ’21 αναλαμβάνει την οργάνωση της εξέγερσης ο Ιωάννης Ράλλης, Χιώτης Φιλικός και άλλοτε έμπορος στην Οδησσό. Όμως Χιώτες έμποροι των Κυκλάδων τον έπεισαν ότι αυτή η επιχείρηση ήταν άκαιρη και επικίνδυνη, κάτι στο οποίο συμφώνησε και ο Υψηλάντης.

Τον Οκτώβρη του 1821 οι Τούρκοι ζήτησαν στρατιωτική βοήθεια από το σουλτάνο. Πράγματι ήρθαν 1000 στρατιώτες από την Κωνσταντινούπολη και 200 από την Κρήτη. ΅Επίσης μετέφεραν στρατεύματα από την Μικρά Ασία με διοικητή τον Βαχήτ πασά.

Οι Χιώτες έκαναν καταναγκαστικές εργασίες για την ενίσχυση των οχυρώσεων και ταυτόχρονα αναγκάζονταν να συντηρούν αυτόν τον “μαχαιροφόρο όχλο” με την απειλή της βίας. Οι οθωμανοί καθημερινά έκαναν αρπαγές και φόνους στην πόλη και τα χωριά ατιμωρητί.

Στους επόμενους μήνες ο Χιώτης Αντώνιος Μπουρνιάς, πρώην αξιωματικός του Ναπολέοντα, πιέζει τον αρχηγό της Σάμου Λυκούργο Λογοθέτη για να απελευθερώσουν τη Χίο. Ο Λογοθέτης στέλνει επιστολή στον Υψηλάντη, εκείνος του συνιστά να περιμένει θεωρώντας την ιδέα άκαιρη και ο Λογοθέτης στα τέλη Γενάρη 1822 του ανταπαντά ότι αναβάλλει την εκστρατεία.

Μετά, όμως, την επιμονή του Μπουρνιά, με το όνειρο της δημιουργίας ενός σαμιακού φέουδου που θα έχει υπό την κυριαρχία του και άλλα νησιά και με το ενδόμυχο κίνητρο της κάρπωσης του μεγάλου πλούτου της Χίου ως μελλοντικός διοικητής της, αποφασίζει την πραγματοποίηση της εκστρατείας χωρίς καμία περαιτέρω συνεννόηση με την Ελληνική Επαναστατική Κυβέρνηση και παρά τα όσα δεσμεύτηκε εγγράφως στον Υψηλάντη.

Στις 11 Μαρτίου 1822 και μετά τα 250 χρόνια της δεύτερης μεγάλης ακμής της ιστορίας της, η προνομιούχα Χίος εξεγείρεται κατά των Τούρκων. Οι Χιώτες, αν και άοπλοι, μαζί με 2.000-2.500 χιλιάδες άτακτο στρατό από τη Σάμο, κλείνουν στο Φρούριο την τοπική φρουρά για 19 ημέρες. Η αντιζηλία, όμως, Λογοθέτη-Μπουρνιά για την αρχηγία οδηγεί στη διαίρεση των επαναστατών σε στρατόπεδα.

Η φαγωμάρα δίνει και παίρνει. Κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, ενώ υπάρχουν φορές που εξαιτίας του μεταξύ τους καβγά αδιαφορούν παντελώς για τη μάχη. Παρ’ όλα αυτά, ο φρούραρχος Βαχίτ πασάς σκέπτεται σοβαρά την παράδοση. Δεν το κάνει γιατί αποτρέπεται από τις αναφορές του αυστριακού υποπρόξενου που τον πληροφορεί για την κατάσταση του ελληνικού στρατοπέδου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στο κάστρο οι Οθωμανοί είχαν φυλακίσει τον Μητροπολίτη Πλάτωνα και μερικούς προκρίτους της πόλης, ενώ στην Πόλη είχαν στείλει κρατούμενους τους Θεόδωρο Ράλλη, Μικέ Σκυλίτζη και Παντελή Ροδοκανάκη.

Μόλις έφθασε το μαντάτο της εξέγερσης στην Υψηλή Πύλη, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ την εξέλαβε ως αχαριστία, αλλά και ως προσωπική προσβολή, επειδή η αδελφή του καρπούταν από το νησί τον φόρο από τα μαστιχόδεντρα. Εξοργισμένος διέταξε αμέσως να φυλακιστούν όλοι οι Χιώτες της Κωνσταντινούπολης και εξήντα από αυτούς να αποκεφαλιστούν. Στη συνέχεια έδωσε την εντολή στον αντιναύαρχο Καρά-Αλή πασά να καταπλεύσει στον νησί και να τιμωρήσει παραδειγματικά τους εξεγερθέντες.

Ο Καρά Αλή

Στις 30 Μαρτίου 1822 στη Χίο αποβιβάστηκαν 46 πλοία με περίπου 7.000 στρατιώτες από τη Μικρά Ασία. Ο στρατός ενώθηκε με τον στρατό του Βαχήτ πασά, ο οποίος απελευθερώθηκε από το κάστρο και άρχισε να καταδιώκει τις ελληνικές δυνάμεις, οι οποίες αποχώρησαν από το νησί.

Από το σημείο αυτό, η Σφαγή της Χίου αρχίσει. Οι περιγραφές των όσων εκτυλίχθηκαν τις επόμενες ημέρες είναι φρικιαστικές…

Νεαρές κοπέλες βιάζονταν δημόσια στους δρόμους και νιόπαντρες μπροστά στους συζύγους τους, οι οποίοι εν συνεχεία σφαγιάζονταν. Άλλες τις βίαζαν μπροστά στους γονείς τους κι έπειτα έκοβαν τα γεννητικά όργανα των ανδρών.

Στις γυναίκες άνω των 40 έβαζαν φωτιά και τις άφηναν να καούν ζωντανές. Στις έγκυες έσκιζαν τις κοιλιές και έβγαζαν τα έμβρυα, ενώ τα μικρά παιδιά τα πετούσαν με δύναμη στα βράχια. Η μανία των εισβολέων δεν είχε προηγούμενο.

Πολλοί τούρκοι στρατιώτες έκοβαν τα κεφάλια των χριστιανών κι έπειτα έγλυφαν το σπαθί τους. Με αυτήν την κίνηση πίστευαν ότι κέρδιζαν μία θέση στον παράδεισο. Άλλους τους κρεμούσαν από τα δέντρα του νησιού για παραδειγματισμό.

Κομμένα ανθρώπινα μέλη και σοροί ήταν διάσπαρτοι στους δρόμους, ενώ η θάλασσα είχε κοκκινήσει από το αίμα. Ο καπνός από τα σπίτια που καίγονταν είχε σκεπάσει όλη τη Χίο, ενώ οι φλόγες έκαναν τη νύχτα να μοιάζει με μέρα….

Οι τούρκοι εξαπέλυσαν 3 κύματα σφαγών: το πρώτο με τον κατάπλου του τουρκικού στόλου στο νησί που έλαβε χώρα κυρίως στην πρωτεύουσα και στα περίχωρα, το δεύτερο που ονομάστηκε και «Μεγάλη Σφαγή» λίγες μέρες αργότερα και αφού συγκεντρώθηκε ο κόσμος μετά την ψεύτικη αμνηστία που εξαγγέλθηκε και διαδραματίστηκε σε ολόκληρη τη Χίο εκτός από τα Μαστιχοχώρια και το τρίτο στα προστατευόμενα από την αδελφή του σουλτάνου χωριά της μαστίχας –και ένεκα της μαστίχας-, μετά την πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον απαράμιλλου θάρρους Κωνσταντίνο Κανάρη.

Είκοσι και περισσότεροι Τούρκοι που ελευθερώθηκαν από τους τάφους όπου είχαν κρυφτεί από τους Καθολικούς, εξαιτίας της οργής των Σαμίων, μπήκαν στο λεπροκομείο και έσφαξαν τους ενοίκους, δηλ. τους λεπρούς, προκαλώντας ένα χείμαρρο αίματος, ο οποίος έρεε από το κατώφλι.

Εβραίοι, Αρμένιοι, Φράγκοι, ενέπαιζαν τους δυστυχείς Χίους συμπράττοντες με τους Οθωμανούς και λέγοντας χλευαστικά στους άτυχους Έλληνας: “Ελευθερία, ελευθερία, πάρε την ελευθερία σου από το γιαταγάνι”».

Στις σφαγές των Ελλήνων, πρωτοστάτησαν σύμφωνα με τον Γάλλο ναύαρχο Jourdain, οι Τούρκοι πρόσφυγες της Μονεμβασίας, οι οποίοι ήθελαν να πάρουν εκδίκηση για τη δική τους δοκιμασία. Στην καταστροφή μετείχαν και άτακτοι Τούρκοι (Ζεϊμπέκοι κ.ά.), που κατέφθασαν στη Χίο από τις απέναντι μικρασιατικές ακτές.

Οι Σαμιώτες και οι Χιώτες πολεμιστές, αποσύρθηκαν στο εσωτερικό του νησιού. Πολλοί κάτοικοι του νησιού συγκεντρώνονταν στα δυτικά παράλια, για να καταφύγουν εύκολα στα γειτονικά Ψαρά, ενώ οι Τούρκοι ενισχύονταν συνεχώς με νέες δυνάμεις που έφταναν από τις απέναντι μικρασιατικές ακτές, κυρίως από τον Τσεσμέ, με επικεφαλής τον Αμπντί πασά.

Ο Άγγλος πρόξενος έχει τοποθετήσει στην είσοδο του αγγλικού προξενείου μια ζυγαριά ακριβείας για τα χρυσαφικά, ο Γάλλος τιμάται για τις υπηρεσίες του από το μακελάρη της Χίου Βαχίτ πασά που του κάνει δώρο ένα κατάλευκο άλογο, ο Αυστριακός πριν από τη Σφαγή κατασκόπευε τις κινήσεις των επαναστατών και πληροφορούσε τους τούρκους με σημάδια, ενώ της Νεαπόλεως (Ιταλία) βιάζει τις γυναίκες.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι ηγέτες των Ελλήνων αποχώρησαν, λέγοντας το γνωστό σε εμάς σύνθημα: «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

Ο τότε Τούρκος τοποτηρητής της Χίου Βαχίτ πασάς, που κατέγραψε τα συμβάντα, αναφέρει ότι “τους μεν ηλικιωμένους επέρασαν (οι μουσουλμάνοι) γενναιότατα εν στόματι μαχαίρας, παρομοίως και τας ηλικιωμένας γραίας, την δε κινητήν περιουσίαν αυτών ελεηλάτησαν … τας δε ωραίας κόρας των και τους τρυφερούς νεανίσκους των ηχμαλώτισαν. Το αίμα έρρευσε ποταμηδόν …”  

Όταν ο ίδιος απέστειλε στην Κωνσταντινούπολη αναφορά για την ανακατάληψη του νησιού, απέστειλε μαζί και 5 φορτία με κομμένα κεφάλια και 2 φορτία κομμένα αυτιά. Καταμετρώντας τους νεκρούς, αναφέρει κεφάλια ιερέων, προεστών και ανταρτών 1.109, «τελειωθέντες εν στόματι μαχαίρας» 25.000, σκλαβωμένα αγόρια και κορίτσια 5.000.

Έκοβαν τα αυτιά από τα κεφάλια και κατόπιν τα διατηρούσαν στην άλμη και τα τοποθετούσαν σε βαρέλια. Τα έστελναν στον Σουλτάνο ως απόδειξη της υποταγής τους ή ως δελτία της επιτυχίας τους. Ιδιαίτερη τιμή δινόταν αν τα επαναστατικά κεφάλια ανήκαν σε διακεκριμένους αρχιεπισκόπους, άρχοντες ή κληρικούς… Χίλια διακόσια κεφάλια είχαν ήδη καταγραφεί στην ιστορία της αμοιβής που δόθηκε για τον καθένα.

Οι νέοι, βλέποντας τους τυράννους τους αδυσώπητους και υπακούοντας στην προσταγή των μητέρων τους, έπεσαν ως μάρτυρες, προτιμώντας ένα δοξασμένο θάνατο παρά μια άχαρη αποστασία. Τα θύματα διατάζονταν να γονατίσουν. Γονατίζοντας ο κάθε μάρτυρας αναφωνούσε: “Μνήσθητί μου, Κύριε”! Ενώ αυτός έλεγε αυτά τα λόγια, το γιαταγάνι έπεφτε επάνω στον λαιμό του, αποκόπτοντάς τον μ’ ένα κτύπημα τόσο ξαφνικό, ώστε η γλώσσα εξακολουθούσε να κινείται. Τότε ο Τούρκος έφερε ψυχρά το σπαθί στα χείλη του, σκουπίζοντας το αίμα με το στόμα του.  Συχνή επιδίωξη των εκτελεστών είναι η προσπάθεια αποκεφάλισης του θύματος προτού προλάβει να ολοκληρώσει την πρόταση. Ο δήμιος είναι πιθανό να βασανίζει το μάρτυρα με επιμέρους κοψίματα και σπρωξίματα και η εκτέλεση μερικές φορές κρατάει μία ολόκληρη ώρα.

Οι Οθωμανοί έκαψαν σπίτια και σκότωσαν όλα τα παιδιά κάτω των 3 ετών, όλους τους άνδρες από 12 ετών και πάνω, καθώς και όλες τις γυναίκες από 40 ετών και πάνω. Από την σφαγή εξαιρέθηκαν μόνο όσοι ήταν πρόθυμοι να ασπαστούν το Ισλάμ. Για μήνες το νησί θα πνιγόταν στο αίμα.

Στους δρόμους σφάζουν αδιακρίτως. Στα σπίτια πνίγουν τους γέροντες, τις γυναίκες και τα παιδιά…ο φανατισμός και η βαρβαρότητα κρατατώντας στο χέρι το ξίφος και το δαυλό έσφαζαν, έκαιαν, αφάνιζαν….

…. Γυναίκες σύρονται από τα μαλλιά και βιάζονται εν μέσω νεκρών και θνησκόντων. Για τους βιασμούς χρησιμοποιούνται ακόμα και ιερά σκεύη εκκλησιών…. Δερβίσες οινοβαρείς χορεύουν γύρω από τους σωρούς των πτωμάτων. Στρατιώτες συγκεντρωμένοι γύρω από την πυρά ασχολούνται άλλοι εις το να στήνουν πυραμίδες κεφαλών, στην κορυφή των οποίων μπήγουν τις σημαίες τους, και άλλοι εις το να κατασκευάζουν αρμαθιές από αυτιά, για να στολίσουν τις πρύμνες των οθωμανικών πλοίων. Οι δε εμίρηδες πετούν εις το αίμα και το βόρβορο των ρυακίων τις εικόνες του Χριστού και τα λείψανα των αγίων, βλαστημώντας τα μυστήρια του Σταυρού και τη θεότητα του Σωτήρος

Οι επιζώντες που κατάφεραν να ξεφύγουν, μετακινήθηκαν προς το εσωτερικό του νησιού. Για να σώσουν την ζωή τους κρύφτηκαν σε διάφορα καταφύγια όπως οι Καρυές, το Αίπος, η Νέα Μονή, το μοναστήρι του Αγίου Μηνά και στον Άγιος Γεώργιος το Συκούση.

Στον Ανάβατο ύστερα από γενναία αντίσταση οι Αναβατούσοι μαζί με άλλους Χιώτες που είχαν καταφύγει στο οχυρό για να σωθούν έγραψαν μία νέα Εθνική Εποποϊα, με αποκορύφωμα τις σκηνές του Χιώτικου Ζαλόγγου, που συνέθεσαν στα νοτιοανατολικά του Κάστρου, κοντά στην Εκκλησία της Παναγίας, οι γυναίκες του Ανάβατου, οι οποίες αντάλλαξαν τη ζωή με το τίμημα του ηρωικού θανάτου, για να μην από τους βαρβάρους επιδρομείς. Στο νοτιοανατολικό δάπεδο της Εκκλησίας της Παναγίας των Εισοδίων, διατηρούνται ακόμα στις μέρες μας αιμάτινα ίχνη από την τουρκική ανθρωποσφαγή. 

Μεγάλη Παρασκευή, 31 Μαρτίου 1822 καίγεται ο ναός της Τουρλωτής και δίνεται το σύνθημα στους Τούρκους για γενική αιματοχυσία και αποτέφρωση της πόλης.

Από εκείνη την ημέρα και για 4 μήνες φτάνουν Τούρκοι κατάδικοι από τις απέναντι Τουρκικές ακτές με σκοπό τον φόνο, την λεηλασία και τα λάφυρα. Υπολογίζεται ότι κατέφθασαν 40.000 Τούρκοι άτακτοι αυτήν την περίοδο.

Το Μεγ. Σάββατο της 1ης Απριλίου 1822, μετά την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλεως, οι επιδρομείς τρέπονται στα προάστιά της, στα Καμπόχωρα και σε τόπους που λόγω της οχυρότητάς τους αποτελούσαν εστίες αντίστασης και καταφύγιο πολλών. Την ίδια μέρα οι Τούρκοι έκαψαν την Σχολή της Χίου και έσφαξαν σχεδόν όλους τους Χιώτες που βρίσκονταν εκεί.

Στις 2 Απριλίου 1822, ανήμερα του Πάσχα, οι Τούρκοι (15000 άνδρες) στο μοναστήρι του Αγίου Μηνά από ένα μικρό άνοιγμα που υπήρχε στον περίβολο και σφαγιάζουν τους 3000 Χιώτες που είχαν κρυφτεί και στην συνέχεια πυρπολούν το μοναστήρι.

Την ίδια μέρα το ίδιο γεγονός γίνεται και στην Νέα Μονή. Η κατάσταση γενικεύεται και σε άλλα χωριά της Χίου. Οι Σαμιώτες εγκατέλειψαν την Χίο και έπλευσαν προς τα Ψαρά. Αντίσταση γενναία στους Τούρκους, λέγεται ότι πρόβαλαν οι κάτοικοι του Βροντάδου και των Καρδαμύλων.

Τις δραματικές ώρες της σφαγής του νησιού περίπου 10.000 Χιώτες κατέφυγαν στο χωριό Μελανιός. Η τελευταία ελπίδα τους ήταν τα πλοία από τα Ψαρά, που πίστευαν ότι θα έφθαναν από το απέναντι νησί για να τους σώσουν. Το τουρκικό ιππικό όμως τους πρόλαβε και τους ποδοπάτησε.

Το μνημείο στο χωριό Μελανιός

Στην συνέχεια άρχισαν οι πυροβολισμοί κατά του συγκεντρωμένου πλήθους. Έριχναν αδιακρίτως σε άνδρες, γυναίκες και παιδιά στη στεριά και μέσα στη θάλασσα εναντίον όσων κολυμπούσαν για να γλυτώσουν. Έβαζαν φωτιά στα φουστάνια των γυναικών και τις παρέδιδαν στις φλόγες ως ολοκαύτωμα.

Το αίμα που χύθηκε ήταν τόσο πολύ, που έγινε ρυάκι και κοκκίνισε την θάλασσα. Στον Κάβο Μελανιό που ονομάστηκε και ‘Μαύρος Γκρεμός’ οι γυναίκες έπεφταν στο κενό μαζί με τα παιδιά τους για να σωθούν από τον βασανιστικό θάνατο.

Ανάμεσα στη θηριωδίες που αναφέρονται είναι η ιστορία με το αγόρι που ο Τούρκος επικεφαλής το άρπαξε και το υποχρέωσε να περπατήσει 60 χιλιόμετρα μέχρι την πόλη της Χίου, κρατώντας στα χέρια του το κομμένο κεφάλι του πατέρα του.

Ένα παιδάκι τριών χρονών πεινάει και βλέποντας έναν οθωμανό να τρώει ψωμί του ζητάει κλαίγοντας να του δώσει. Εκείνος του δίνει λίγο και όταν εκείνο του ξαναζητάει, τραβάει το ξίφος και του παίρνει το κεφάλι μπροστά στα μάτια της μητέρας του. Μια Χιώτισσα λέει στον τούρκο που προσπαθεί να την ατιμάσει να βγάλει πρώτα τα πιστόλια του για να μην εκπυρσοκροτήσουν. Κατά τη διάρκεια της ατίμωσης μ’ ένα μαχαίρι του κόβει τα γεννητικά όργανα…

Οι Εβραίοι βοηθούν τους Τούρκους στην ανακάλυψη και στη σφαγή των αθώων Χίων. Μερικοί αιχμάλωτοι διατηρούνται για να λειτουργούν σαν οδηγοί υπό την απειλή του θανάτου. Στην ακροθαλασσιά ανακαλύπτονταν πολλοί φυγάδες να κείτονται πολλές ημέρες βυθισμένοι εν μέρει στο νερό. Η τυχαία άφιξη του Έλληνα ναυάρχου Τομπάζη συνέβαλε στη διάσωση πολλών ψυχών.

Στις 5 Απριλίου του 1822 ο Καρά Αλή ανακοίνωσε, πως όσοι Χιώτες παραδώσουν τα όπλα τους και επιστρέψουν στην πόλη, θα αφεθούν ελεύθεροι (αμνηστία). Μάλιστα εξασφάλισαν οι Τούρκοι και επιστολή του φυλακισμένου Μητροπολίτη και των Δημογερόντων, η οποία ανέφερε τις ειλικρινές προθέσεις των Τούρκων. Οι πρόξενοι της Αγγλίας, της Αυστρίας και της Γαλλίας ανέλαβαν να μεταφέρουν την πρόταση στους Χιώτες και να τους πείσουν.

Οι Χιώτες εμπιστεύθηκαν τους πρόξενους και άρχισαν να επιστρέφουν και να παραδίδουν τα όπλα τους. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι Τούρκοι αθέτησαν το λόγο τους και άρχισαν να σφάζουν όσους κατέβαιναν στην πόλη με απερίγραπτη λύσσα.

Χίλιοι πεντακόσιοι χωραϊτες επιστρέφοντας από τα Μαστιχόχωρα, όπου είχαν καταφύγει για ασφάλεια, υποχρεώνονται να παραμείνουν στη θέση Βανακού της περιοχής Θολοποταμίου, προκειμένου, όπως τους είπαν, να οδηγηθούν στην πόλη ασφαλώς. Ο επικεφαλής του εκεί στρατιωτικού αποσπάσματος Ελέζογλου αγάς, σε μία κρίση προφανώς συνειδήσεως, θέλησε να διασώσει τους αθώους αυτούς ανθρώπους, για να λάβει την αμετάκλητη εντολή του Βαχίτ : «Όλοι αθώοι και ένοχοι πρέπει να εξοντωθούν. Η βούλησή μου είναι αυτή. Η Χίος πρέπει να καταστραφεί». Επακολουθεί ανηλεής σφαγή και πυρπολείται ο εκεί κατάμεστος κόσμου ναός, προκειμένου η διαδικασία της εξοντώσεως να επιταχυνθεί.

Και ενώ εξελίσσονταν τα παραπάνω, στην πόλη άνοιγε η αυλαία έτερης τραγωδίας με πρωταγωνιστές και θύτες τον Καρά Αλή και τον Βαχίτ. Ο πρώτος στις 22 Απριλίου κρέμασε στους ιστούς της ναυαρχίδας 70 προκρίτους που του είχαν αποστείλει οι Μαστιχοχωρίτες εκουσίως μετά την εξαγγελία της αμνηστίας, προκειμένου να τον διαβεβαιώσουν για τη φιλειρηνική τους στάση. Και ο δεύτερος την επομένη απαγχόνισε στις επάλξεις του Κάστρου τους κρατούμενους ως ενέχυρα, δηλαδή τον Μητροπολίτη Πλάτωνα, τον αρχιδάκονό του Μακάριο και 61 προκρίτους. Παράλληλα ο Βαχίτ εκδικούμενος τον πρόξενο της Δανίας Κωνσταντάκη Θεσσαλονικιό για την προηγηθείσα φιλελληνική του στάση, τον συλλαμβάνει κατά παράβαση κάθε διπλωματικού ασύλου και εν συνεχεία τον ανασκολοπίζει στην πλατεία Βουνακίου επί εκκλησιαστικού μανουαλίου, η αιχμή του οποίου είχε εξέλθει από την ωμοπλάτη του μάρτυρα. Δύο ημέρες βασανιζόταν και ζητούσε νερό από τους περαστικούς για να εκπνεύσει, «αλλά ποιος τολμούσε», όπως σημειώνει ο πρόξενος της Ολλανδίας Πάσκουα, «να του δώσει;».

Στην Κωνσταντινούπολη, στις 18 Απριλίου 1822 σφαγιάστηκαν 3 Χιώτες αιχμάλωτοι και άλλοι 60 Χιώτες επιφανείς.

Στις 20 Απριλίου 1822 η Σφαγή της Χίου συνεχιζόταν. Ούτε οι γυναίκες και τα παιδιά ετύγχαναν οίκτου. Ο καπετάν πασάς έσωσε μερικές εκατοντάδες στο φρούριο. Στις 23 Απριλίου του 1822 απαγχονίστηκαν στην τάφρο του κάστρου της πόλης, ο μητροπολίτης Πλάτων, ο διάκονος του Γαρρής και 9 πρόκριτοι. Στη συνέχεια απαγχονίστηκαν οι δημογέροντες που ήταν φυλακισμένοι, οι σοροί των οποίων εξυβρίστηκαν και γελοιοποιήθηκαν από τους Οθωμανούς Τούρκους.

Ακολουθούν εξονυχιστικές έρευνες παντοιοτρόπως ακόμη και στα πιο απίθανα και απόκρημνα μέρη, για μέρες και νύχτες. Οι τούρκοι είτε φωνάζουν ελληνικά ονόματα, προσποιούμενοι ότι είναι διασωθέντες που ψάχνουν συγγενείς τους είτε αφήνουν νερό και τρόφιμα σε διάφορα σημεία. Όσους κατορθώνουν να παρασύρουν τους σφάζουν,. Τα καΐκια από τα Ψαρά, τη Σάμο, τη Σύρο, την Τήνο και άλλα γειτονικά νησιά που προσεγγίζουν την περιοχή (ακόμη και ο σαμιώτικος στόλος) έχουν ως μόνη επιδίωξη το χρήμα και αρνούνται σε πολλούς που δεν το έχουν τη διάσωση. Πολλοί αποβιώνουν από τις κακουχίες, το λοιμό και την αυτοχειρία. Κάποιοι διασώζονται στα ξένα προξενεία, συνήθως όμως έναντι μεγάλης αμοιβής.

Τα καλντερίμια της πόλης είναι τόσο κόκκινα από το ξεραμένο αίμα που μοιάζει να είναι ολόκληρη στρωμένη με πορφυρά χαλιά. Το λιμάνι της είναι τόσο γεμάτο με πτώματα, ώστε δυσκολεύεται το πέρασμα των πλοίων ακόμη και έξω από αυτό. Η λεηλασία και η καταστροφή είναι απίστευτες. Γράφει ο υποπρόξενος των Κάτω Χωρών Φραγκίσκος Πάσκουα: «…Τώρα οι τούρκοι αρπάζουν ακόμη και τα καρφιά… …σπάνε τα δένδρα… …βάζουν φωτιά στα σπίτια που ήδη έχουν καεί… …τη δυσοσμία των μουλαριών και βοδιών που είχαν σκοτώσει…»

Η μαγευτική Χίος με τα γενοβέζικα παλάτια και τους πύργους έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα τεράστιο σκλαβοπάζαρο γεμάτο καμένα ερείπια. Οι τιμές των δούλων είναι εξευτελιστικές και μια κοπέλα πουλιέται για «μια λουλαδιά καπνού».

Στα σπίτια σφάζουν σκλάβους για διασκέδαση, επειδή δε μπορούν να τους πουλήσουν, να τους φυλάξουν ή επειδή είναι από τα Μαστιχοχώρια και τους παίρνει πίσω ο πασάς καθότι απαγορεύεται να έχουν στην κατοχή τους τέτοιους. Ένας φημισμένος δήμιος και μεγάλης σχετικά ηλικίας είναι άρρωστος και μελαγχολεί… Ζητεί και του φέρνουν δύο σκλάβους που τους σφάζει στον κήπο του.   

700 γυναικόπαιδα θανατώνονται μόνο και μόνο επειδή οι στρατιώτες καβγαδίζουν κατά τη διάρκεια της επιλογής δούλων. Μόνο μια γυναίκα διαφεύγει το θάνατο που, με τα άντερα χυμένα έξω, σέρνεται και εξιστορεί το γεγονός. Πολλές από τις 780 κοπέλες 13-17 ετών που μεταφέρονται στην αγορά της Σμύρνης δεμένες με σχοινιά, πεθαίνουν από τις στερήσεις και τους πόνους.

Ξεσπάει λοιμός που θανατώνει τους τελευταίους Χιώτες που είναι κυρίως όσοι έχουν διασωθεί στα προξενεία και πολλούς τούρκους. Οι γάτες και οι σκύλοι, επειδή κινδυνεύουν από ασιτία, τρέφονται αρχικά με πτώματα και ύστερα επιτίθενται κατά των Ζωντανών. Οι αρουραίοι είναι τόσο πολλοί και εξαγριωμένοι που πέφτουν πάνω σε όποιον βρουν σπέρνοντας την πανούκλα. Οι τούρκοι κοιμούνται ακέραιοι και το πρωί τους λείπουν οι μύτες και τα αυτιά.

Δημιουργούνται ειδικά τάγματα από τούρκους στρατιώτες, γάτες και σκύλους που εξαπολύονται τα βράδια κυνηγώντας αρουραίους. Σε ολόκληρη τη Χίο υπάρχουν τεράστιοι σωροί πτωμάτων που μένουν άταφοι για χρόνια και η βρώμα τους φτάνει χιλιόμετρα μακριά…

Στις 7 Ιουνίου 1822 μαινόμενοι Τούρκοι εξαπολύουν και τρίτο γιουρούσι στα Μαστιχοχώρια και ολοκληρώνεται η καταστροφή του νησιού. Το νησί ερημώθηκε. Οι Τούρκοι έφεραν από τον Τσεσμέ άλλους 600 Χριστιανούς για να μαζέψουν τη μαστίχα. Αυτοί όμως αγνοούσαν την καλλιέργειά της και οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να αφήσουν ελεύθερους αρκετούς Μαστιχοχωρίτες για να καλλιεργήσουν τους σχίνους. Ουσιαστικά η σφαγή θα κρατήσει μέχρι τα τέλη Αυγούστου του 1822..

Κατά τον ιστορικό Χριστόφορο Πλάτωνα Καστάνη (γ. 1814), που ήταν παρών στη σφαγή της Χίου, ο πληθυσμός του νησιού έφθανε τις 180.000 ψυχές. Κατά τον ιστορικό Μαμούκα, ο οποίος ήταν επίσης παρών στη σφαγή, ο πληθυσμός ανερχόταν στις 140.000 με 150.000 ψυχές και κατά τα κιτάπια των Τούρκων ο πληθυσμός ανερχόταν στις 120.000 ψυχές.

Υπολογίζεται ότι κατά την καταστροφή από το νησί απουσιάζαν 5.000 άτομα. Κατόρθωσαν να διαφύγουν άλλοι 16.000 καταφεύγοντας σε Ψαρά, Τήνο, Σύρο, Άνδρο, Αγκώνα, Τεργέστη, Μασσαλία, Οδησσό, Μάλτα, Λονδίνο. Αιχμαλωτίσθηκαν 50.000 και σφαγιάστηκαν 50.000. Στη Χίο έμειναν ζωντανοί 1800-2000 Έλληνες.

Οι Τούρκοι έχασαν περίπου 600 άνδρες, ενώ αναφέρθηκαν και θύματα μεταξύ των Εβραίων, που πέρασαν από τη Μικρασιατική ακτή στο νησί για να πλιατσικολογήσουν κι επόπτευαν το δουλεμπόριο. Πληροφορίες αναφέρουν και εκτελέσεις Χιωτών που βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, των οποίων οι περιουσίες δημεύτηκαν και τα μέλη των οικογενειών πουλήθηκαν ως δούλοι.

Στη Journal du Commerce δημοσιεύεται κατάλογος ονομάτων 207 Χίων εμπόρων που εκτελέστηκαν. Τον κατάλογο κατέγραψε έμπορος της Φλωρεντίας μετά από αίτηση γαλλικών, ιταλικών και γερμανικών εμπορικών οίκων που είχαν συναλλαγές με τους Χιώτες εμπόρους.

Να σημειωθεί ότι ο σουλτάνος επίσης διοργανώνει ένα δείπνο για χριστιανούς διπλωμάτες και το κυρίως πιάτο είναι ένα κεφάλι Χιώτη μέσα σε μια πιατέλα στολισμένη, από αυτά που του στέλνουν παραγεμισμένα “δι’ αχύρου απαλού”  μέσα σε βαρέλια με άλμη. Το μήνυμα; «Έτσι θα καταντήσετε κι εσείς αν τους βοηθήσετε»…

Το νησί των γιασεμιών και της μαστίχας μεταμορφώθηκε για χρόνια σε ένα απέραντο, σκοτεινό, έρημο νεκροταφείο, γεμάτο καμένα ερείπια, κόκαλα και σκουπίδια, χιλιάδες άταφα πτώματα και στρατιές αρουραίων.

Η προσπάθεια ανεύρεσης των σκλαβωμένων Χιωτών, που διασπάρθηκαν σε όλο το μουσουλμανικό κόσμο, από τους συγγενείς τους συνεχίστηκε για χρόνια. Πολλές οικογένειες ξεκληρίστηκαν ολόκληρες ενώ παραδοσιακά χιώτικα επίθετα, και πολλών μάλιστα που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στα κοινά του νησιού ανά τους αιώνες, δεν ξανασυναντήθηκαν έκτοτε στη Χίο…

Αποφασιστική σημασία για την έκβαση της εξέγερσης είχε η απραξία της αυτοαποκαλούμενης και δήθεν “κεντρικής κυβέρνησης” η οποία δεν απέστειλε έγκαιρα βοήθεια στους επαναστάτες. Την καθυστέρηση της βοήθειας αναφέρει και ο Γάλλος εθελοντής Maxime Raybaud, γράφοντας ότι οι προετοιμασίες για την αποστολή δύο ολμοβόλων και ξένων στρατιωτικών κράτησαν 13 μέρες, ενώ μόνο για να πλεύσουν από την Πελοπόννησο μέχρι τα Ψαρά έκαναν 8 μέρες.

Ο Γερμανός αξιωματικός Bellier de Launay γράφει ότι «αν είχαμε φτάσει 10 ημέρες νωρίτερα θα είχε σωθεί η Χίος». Όμως ίσως κάποιοι δεν ήθελαν να σωθεί η Χίος. Αναγνωρίζεται ωστόσο ότι αυτή η κυβέρνηση πρακτικά δεν είχε εξουσίες κι ότι ανοργάνωτες εξεγέρσεις γίνονταν και σε άλλα μέρη της Ελλάδας.

Επίσης σημαντικό ήταν ότι η εξέγερση άρχισε Μάρτιο, οπότε ο καιρός επέτρεπε την επιχείρηση του τούρκικου στόλου. Οι μόνοι που έστειλαν βοήθεια στη Χίο ήταν οι Ψαριανοί. Εκτός των άλλων αιτίων, στην περαιτέρω αποδυνάμωση των επαναστατών συνέβαλε η διαμάχη και η διχόνοια μεταξύ των δύο ηγετών, του Μπουρνιά και του Λογοθέτη, που τσακώνονταν για το ποιός θα ήταν αρχηγός και ποιός υπαρχηγός!!! Ο Μπουρνιάς κατά την άτακτη υποχώρηση φώναζε το σύνθημα που είναι γνωστό στη Χίο: «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

Όταν, πολύ καθυστερημένα, έρχεται στο νησί ο ελληνικός στόλος δεν ασχολείται με τους ταλαίπωρους Χιώτες αλλά με το να μην φύγει ο τουρκικός στόλος προς την κυρίως Ελλάδα. Συλλαμβάνονται τότε δύο πλοιάρια γεμάτα με Χιώτισσες σκλάβες και οι τούρκοι δουλέμποροι κρεμιούνται στα κατάρτια. Μια Χιώτισσα σταματάει την εκτέλεση ενός από αυτούς, ζητώντας την άδεια να τον σκοτώσει η ίδια για να εκδικηθεί τους εξευτελισμούς που της έκανε. Ο πέλεκυς από τα χέρια της του σκίζει το κεφάλι στα δύο…

Εν τω μεταξύ, ο Λογοθέτης που έχει συλληφθεί στα Ψαρά πηγαινοέρχεται από μπουντρούμι σε μπουντρούμι και καταλήγει σ’ αυτό του υπουργού της Αστυνομίας στην Πελοπόννησο επί προδοσία και λαφυραγωγία. Τελικώς, αν και στο φούρνο του σπιτιού του στη Σάμο ανακαλύπτονται χρυσαφικά αξίας 50.000 φλουριών, τα οποία προέρχονται από τη Χίο, γλιτώνει τον τουφεκισμό για το χατίρι του Κολοκοτρώνη που κρίνει πως δεν είναι κατάλληλη εποχή για τέτοια.

Οι απελευθερωτές Σαμιώτες του, όμως, τον Ιούνιο και ενώ η Σφαγή συνεχίζεται, αποβιβάζονται στη Βοκαριά, επίνειο των Νενήτων και επιτίθενται στο χωριό  σκοτώνοντας Χιώτες, αρπάζοντας Χιώτισσες, λεηλατώντας χιώτικα σπίτια. Επειδή, όμως, δεν τους φτάνει ο θάνατος των χωρικών, ο βιασμός και η αρπαγή των γυναικών και φυσικά το πλιάτσικο από τη λεηλασία στην οποία ξεχύνονται, καθώς φεύγουν ολοκληρώνουν το θρίαμβο τους πυρπολώντας το χωριό.

Το εμπόριο δούλων

Εξαθλιωμένα γυναικόπαιδα από το νησί στοιβάζονταν σε πλοία και μεταφέρονταν στις αγορές της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, όπου πωλούνταν ως δούλοι σε εξευτελιστικές τιμές.

Μέχρι την 1η Μαΐου του 1822, στην Χίο είχαν εκδοθεί πάνω από 41.000 έγγραφα ιδιοκτησίας σκλάβων – οι λεγόμενοι «τεσκερέδες». Σύμφωνα με την γαλλόφωνη εφημερίδα της Σμύρνης Spectateur Oriental, έως τις 10 Μαΐου στο τελωνείο της Σμύρνης είχαν καταβληθεί δασμοί για 40.000 σκλάβους. 

Ο Ολλανδός διπλωμάτης στην Κωνσταντινούπολη Gaspar Testa γράφει προς τον υπουργό του των εξωτερικών: «Το πιό σπαρακτικό θέαμα είναι τα σκλαβωμένα γυναικόπαιδα που έφεραν από τη Χίο … Αγόρια και κορίτσια σέρνονται στους δρόμους δεμένα το ένα με το άλλο και οδηγούνται στα σκλαβοπάζαρα. Κοπέλες κρατούσαν στο χέρι ένα χαρτί με το όνομα των Τούρκων κυρίων τους που έμειναν στην Χίο. Μη μπορώντας να τις συνοδέψουν οι ίδιοι, τις έστειλαν στη διεύθυνση των σπιτιών τους στην Πόλη.» 

Ο ιερέας Welsh της αγγλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη κατέγραψε τα όσα είδε τις ημέρες εκείνες στο σκλαβοπάζαρο της πόλης του: «Οι Τούρκοι μεταχειρίζονταν τις Χιώτισσες με την εσχάτη καταφρόνηση. Τις εξέταζαν, τις πασπάτευαν όπως οι χασάπηδες τα αρνιά, και τις αγόραζαν 100 γρόσια με 3 λίρες το κεφάλι. Κάπου 500 Χιώτισσες πωλήθηκαν στην ψαραγορά». Τα παιδιά οδηγούνταν κατά ομάδες για εξισλαμισμό. Ο Άγγλος κληρικός γράφει ότι «μέσα σε μια μέρα έγιναν περισσότεροι προσηλυτισμοί από το Ευαγγέλιο στο Κοράνι απ’ όσοι απ’ το Κοράνιο στο Ευαγγέλιο σε έναν αιώνα».

Παρόμοιες εικόνες εκτυλίχθηκαν και στην Σμύρνη. Αλυσοδεμένα παιδιά και γυναίκες σέρνονταν σαν ζώα στους δρόμους. Πολλές είχαν δεμένο στο χέρι τους ένα χαρτί με το όνομα του κυρίου τους, καθώς είχαν αγοραστεί ήδη από κάποιον Τούρκο στρατιώτη στην Χίο. Αδυνατώντας να τις μεταφέρουν οι ίδιοι, τις στοίβαζαν σαν εμπόρευμα κατά εκατοντάδες σε πλοία και μόλις έφταναν στο λιμάνι της Σμύρνης, οι τελωνειακές αρχές φρόντιζαν για την αποστολή τους στο σπίτι του αφέντη….

Σκλαβοπάζαρο, Κωνσταντινούπολη, Γουίλλιαμ Αλλαν, Scottish National Gallery

Ο Άγγλος πρόξενος στη Σμύρνη Francis Werry γράφει σε αναφορά του προς τη Levant Company: «Στο δρόμο των Φράγκων οδηγούνται πάνω-κάτω κοπάδια από παιδιά της Χίου για πούλημα».

Στον Courrier Francais της 10-7-1822 αναφέρεται ότι φανατικοί μουσουλμάνοι αγόραζαν το θύμα τους για 30 γρόσια και το έσφαζαν για να κερδίσουν μια θέση στον παράδεισο. Πολλές γυναίκες αυτοκτόνησαν κατά την μεταφορά και άλλες πέθαναν από απεργία πείνας για να γλυτώσουν τον εξευτελισμό.

Στην Allgemeine Zeitung δημοσιεύεται ότι μικρά παιδιά κάτω των 7 ετών που ήταν ακατάλληλα για το εμπόριο δένονταν και ρίχνονταν στη θάλασσα.

Αρκετοί προωθήθηκαν σε παζάρια άλλων πόλεων. Υπάρχουν καταγραφές για Χιώτες αιχμαλώτους που έφτασαν στα σκλαβοπάζαρα της Μέσης Ανατολής, της Αιγύπτου, ακόμα και της Λιβύης. Πολλές κοπέλες έγιναν παλλακίδες σε χαρέμια, άλλες πωλήθηκαν ως σκλάβες σε Οθωμανούς. Την ίδια μοίρα είχαν και τα αγόρια. Εν προκειμένω όμως, όσα δεν πωλήθηκαν ως δούλοι, εξισλαμίστηκαν. Έτσι, πολλά κατέληξαν να υπηρετούν σε υψηλές θέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο Μουσταφά Χασναντάρ του γένους Στραβελάκη, που έγινε μεγάλος βεζίρης της Τύνιδας. Ο Ετχέμ πασάς υπήρξε επίσης παιδί που αιχμαλωτίστηκε στη μεγάλη σφαγή.

Πολλοί Έλληνες της διασποράς, συγκλονισμένοι από τα γεγονότα, ήθελαν απεγνωσμένα να βοηθήσουν τους επιζώντες. Χαρακτηριστικό είναι ένα γράμμα που έστειλε ο Κοραής στον Βαρβάκη, παρακαλώντας τον να δώσει χρήματα για να αγοράσουν αιχμάλωτους Χιώτες: «Φαντάσου ότι βλέπεις τον Χριστόν, επάνω εις τον Σταυρόν βρεγμένον με τα αίματά του και φωνάζοντα προς σε, τα πατρικά ούτα λόγια: Υιέ μου Βαρβάκη, πολλαί χιλιάδες αιχμαλώτων βαπτισμένων εις το όνομά μου, κινδυνεύουν την ώραν ταύτην να με αρνηθώσιν και να εναγκαλισθώσιν την βδελυράν θρησκείαν του Mωάμεθ. Iδού ο καιρός, βαφτισμένε εις το όνομά μου, αγαπητέ υιέ, να σώσης τους βαπτισμένους αδελφούς σου από τον τουρκικόν μολυσμόν».

Πράγματι, η ιδέα της εξαγοράς αιχμαλώτων ευοδώθηκε και πολλοί εύποροι Έλληνες και φιλέλληνες έσπευσαν να βοηθήσουν. Οργανώθηκαν επιτροπές που αγόραζαν τα ορφανά, τα περιέθαλπαν και τους προσέφεραν στέγη και εκπαίδευση.

Ακόμη όμως και φτωχοί άνθρωποι, κυρίως Χιώτες, έδωσαν τον δικό τους αγώνα προκειμένου να εντοπίσουν και να αγοράσουν τους συγγενείς τους από τα σκλαβοπάζαρα. Στις περιπτώσεις που αυτό στάθηκε δυνατό, η επανένωση των οικογενειών ήταν συγκινητική.

Όταν ο Σουλτάνος αντιλήφθηκε αυτές τις πρακτικές, αφενός έδωσε εντολή να «εκτοξευτούν» οι τιμές των σκλάβων, αφετέρου απαγόρευσε την εξαγορά τους από Έλληνες. Η λύση που βρήκαν οι Χιώτες ήταν να δρομολογούν τις αγοραπωλησίες μέσω ξένων πρεσβειών ή με τη βοήθεια φιλελλήνων Ευρωπαίων ενώ επιχειρούνται έως και απαγωγές σκλαβωμένων.

Εν τέλει, με αυτόν τον τρόπο σώθηκαν αρκετά παιδιά από τον εξισλαμισμό, την σκλαβιά ή και τον θάνατο. Παιδιά που μετά την απελευθέρωση, μεγάλωσαν σαν προσφυγάκια στην Ελλάδα, εργάστηκαν σκληρά και ευεργέτησαν τον τόπο τους.

Λαμπρά παραδείγματα ο Αλέξανδρος Πασπάτης, που εξελίχθηκε σε μεγάλο γιατρό και βυζαντινολόγο και υπήρξε ιδρυτής του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου στην Αθήνα, ο Λουκάς Ράλλης, που έγινε δήμαρχος του Πειραιά και ο Αλέξανδρος Κοντόσταυλος, που εξελίχθηκε σε σημαντική πολιτική προσωπικότητα του 19ου αιώνα.

Οι αγοραπωλησίες σταμάτησαν οριστικά στις 19 Ιουνίου, ύστερα από επέμβαση της αδελφής του Σουλτάνου, στην οποία ανήκε η Χίος ως φέουδο.

Η τουρκική βαναυσότητα εναντίον των Χιωτών έχει αντίκτυπο στη ζωή του τουρκικού έθνους, σε σημείο που να καθιερωθεί η ρήση «Μήπως με πήρες σκλάβο από τη Χίο;» όταν κάποιος συμπεριφέρεται τυραννικά στους υφιστάμενους ή στους συνεργάτες του.

Η εκδίκηση του Κανάρη

Στα Ψαρά, στις 27 Απριλίου 1822 είχαν συγκεντρωθεί 29 υδραίικα πλοία με επικεφαλής τον Ανδρέα Μιαούλη που σιωπηρά αναγνωριζόταν ως αρχιναύαρχος, 19 σπετσιώτικα, υπό τους Αναστάσιο Ανδρούτσο και Ανδρέα Χατζή Αναργύρου και 16 ψαριανά.

Υπάρχει διχογνωμία για το πότε ξεκίνησαν για να συναντήσουν τον τουρκικό στόλο. Σύμφωνα με έγγραφα του αρχείου Μιαούλη, αυτό έγινε στις 10 Μαΐου, οπότε ξεκινούσε η μεγάλη θρησκευτική γιορτή των Τούρκων, το Ραμαζάνι.

Κατά το Ραμαζάνι, οι μουσουλμάνοι νηστεύουν από τα βαθιά χαράματα μέχρι τη δύση του Ήλιου, απέχοντας από τροφή, νερό και καπνό.

Ο Μιαούλης είχε σχεδιάσει η ελληνική επίθεση να γίνει στο στενό του Τσεσμέ όπου ο εχθρικός στόλος δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί. Δύο απόπειρες επίθεσης όμως που έγιναν στις 10 Μαΐου και λίγες μέρες αργότερα, απέτυχαν.

Στη νυχτερινή επιχείρηση όμως στη βόρεια είσοδο του στενού τον Τσεσμέ στις 18 Μαΐου, οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν «έκοψαν τις άγκυρές των, εκτυπήθησαν μία με την άλλην», ενώ και οι ζημιές που προκάλεσαν τα ελληνικά πλοία με τα κανόνια τους στα τουρκικά, ήταν σημαντικές. Η προσπάθεια πυρπόλησης της τουρκικής ναυαρχίδας που έγινε, απέτυχε και τα ελληνικά πλοία αποσύρθηκαν στα Ψαρά.

Στο μεταξύ, στα πληρώματα λόγω καθυστέρησης της μισθοδοσίας τους, παρουσιάστηκαν κρούσματα απειθαρχίας, ενώ όπως γράφει ο Σπετσιώτης αγωνιστής και ιστορικός του ναυτικού αγώνα Αναστάσιος Ορλάνδος, υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ των Υδραίων (Μιαούλη, Βούλγαρη, Λαλεχού) και των Σπετσιωτών (Ανδρούτσου, Χατζή Αναργύρου) ναυάρχων, για τις οποίες δεν γνωρίζουμε περισσότερα.

Παρά τις προσπάθειες των Ψαριανών, η ένταση δεν καταλάγιασε και οι Σπετσιώτες αποχώρησαν στις 31 Μαΐου «…προς αποφυγήν ρήξεως τινός, ήτις ήθελεν έχει τα ολεθριότερα αποτελέσματα δια το Ελληνικόν ναυτικόν και δι’ όλον το έθνος». (Α. Ορλάνδος). Την ίδια μέρα, αποφασίστηκε από τους Ψαριανούς να χρησιμοποιηθούν πυρπολικά εναντίον της τουρκικής αρμάδας, που η εξουδετέρωση της ήταν επείγουσα καθώς στις ελληνικές θάλασσες κατέφθανε και ο αιγυπτιακός στόλος. Απόλυτα σύμφωνοι, ήταν και οι Υδραίοι ναύαρχοι Ανδρέας Μιαούλης, Λάζαρος Λαλεχός και Ιωάννης Βούλγαρης.

Την 1η Ιουνίου 1822, μετά από μία κατανυκτική λειτουργία στον Άγιο Νικόλαο των Ψαρών και αφού τα πληρώματά τους κοινώνησαν των αχράντων μυστηρίων, δύο πυρπολικά, ένα από τα Ψαρά με κυβερνήτη τον Κωνσταντίνο Κανάρη και ένα από την Ύδρα με κυβερνήτη τον Ανδρέα Πιπίνο, συνοδευόμενα από 4 ακόμη πλοία, δύο από τα Ψαρά (των Ν. Γιαννίτση και Γ. Κουτσούκου) και δύο από την Ύδρα (των Ι. Ζάκα και Α. Ραφαλιά) που θα βοηθούσαν μετά την πυρπόληση, στην περισυλλογή των πληρωμάτων των πυρπολικών αναχώρησαν για να «συναντήσουν» τον τουρκικό στόλο.

Το βράδυ της 6ης προς την 7η Ιουνίου, οι συνθήκες ήταν ιδανικές για τους τολμηρούς μπουρλοτιέρηδες. Ο άνεμος ευνοϊκός, η νύχτα αφέγγαρη και οι Τούρκοι γιόρταζαν την τελευταία νύχτα του Ραμαζανιού.

Κάνουμε μια μικρή παρένθεση, εδώ για να αναφέρουμε στοιχεία που προέρχονται από τον Τούρκο ιστορικό Δζεβδέτ πασά, δεν υπήρχαν σε καμία ελληνική πηγή και ήρθαν στην επιφάνεια από τον Νικηφόρο Μοσχόπουλο το 1960.

«Την 28η του μηνός Ραμαζάν (Ιουνίου 1822), ημέραν Τρίτην, ενώ ο αυτοκρατορικός στόλος ήτο αγκυροβολημένος μεταξύ Χίου και Τσεσμέ, ήλθε εν πλοίον των επαναστατών φέρον αυστριακήν σημαίαν και ηγκυροβόλησεν εις αρκετήν απόστασιν από τον στόλον. Ο πλοίαρχος του προσελθών συνδιελέχθη μετά του καπιτάν-πασά (του Καρά Αλή) και εδήλωσεν ότι θα αποπλεύσει την επιούσαν (την επόμενη μέρα). Εις όμως εκ των επί της ναυαρχίδας μηχανικών, παρατηρήσας το ελθόν πλοίων δια τηλεσκοπίου, συνέλαβεν υπονοίας ως εκ του σχήματος και του όλου εξωτερικού του και ειδοποίησε τον καπιτάν-πασά να διατάξει νηοψίαν. Αλλ’ ούτος, μη λαβών υπ’ όψιν την προειδοποίησιν ταύτην, αλλά στρώσας το «τεψί» (δηλαδή το τραπεζάκι) του ούζου, επιδόθη εις ουζοποσίαν. Εν τω μεταξύ ο ρηθείς πλοίαρχος, ενώ είχεν ειπεί, ότι θα απέπλεε την επιούσαν, ειδοποίησεν ότι θα απέπλεε μετά την δύσιν του ηλίου και ανέμπασεν την άγκυραν».

Όπως γράφει ο Ν. Μοσχόπουλος, το όνομα του ναυτικού αυτού δεν διασώζεται. Ήταν ο Κανάρης, ο Πιπίνος ή κάποιος άλλος που με περισσό θάρρος-θράσος, ανέβηκε στην τουρκική ναυαρχίδα, προφανώς για κατόπτευση και συνομίλησε με τον Καρά Αλή;

Ο Κανάρης κινήθηκε προς την τουρκική ναυαρχίδα, ένα θεόρατο πλοίο με 84 κανόνια, πάνω στο οποίο βρίσκονταν, κατά τον Σαράντο Καργάκο 2.286 άτομα (λόγω της δεξίωσης) και πολλά λάφυρα, ενώ ο Πιπίνος κινήθηκε προς την υποναυαρχίδα, ένα δίκροτο του Μπεκίρ Μπέη.

Ο Πιπίνος κόλλησε το πυρπολικό του πάνω στο δίκροτο, αλλά έφυγε βιαστικά χωρίς να το δέσει καλά. Έτσι οι Τούρκοι κατόρθωσαν να το ξεκολλήσουν και να σώσουν το γιγάντιο πλοίο, που όμως έπαθε σοβαρές ζημιές και δεν μπορούσε να πάρει μέρος σε επιχειρήσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αντίθετα, ο Κανάρης, χάρη και στους έξοχους χειρισμούς του πηδαλιούχου Γιάννη Θεοφιλόπουλου (από τα Λαγκάδια της Γορτυνίας, που ήταν πηδαλιούχος και του Παπανικολή στην Ερεσό), έδεσε καλά το πυρπολικό του στην τουρκική ναυαρχίδα. Η φωτιά εξαπλώθηκε παντού στη ναυαρχίδα αλλά και σε ένα γαλιόνι που βρισκόταν κοντά της. Οι τεράστιες φλόγες του πλωτού κάστρου με τα 85 κανόνια φαίνονται στη Σμύρνη, το νησί νιώθει την έκρηξη σαν δυνατό σεισμό, αφανίζονται 2.285 Τούρκοι 

Όπως γράφει ο Δζεβδέτ πασάς: «Ο καπιτάν πασάς με τους άλλους «υπαλλήλους» εξύπνησαν μεθυσμένοι. Αντιληφθέντες δε, ότι άλλη ελπίς σωτηρίας δεν υπήρχεν, οι μεν αξιωματικοί και ναύται έπεσαν εις την θάλασσαν και κολυμβώντας άλλοι μεν εξήλθον εις την ξηράν, άλλοι δε επνίγησαν. Ο δε καπιτάν κατήλθε με τους υπηρέτες του εις λέμβον, όπως φθάσει εις την ακτήν. Εκραγείσης όμως της πυριτιδαποθήκης της ναυαρχίδας, εφονεύθη υπό πεσούσης κεραίας, ήτις εβύθισε την λέμβον».

Ο Τρικούπης γράφει ότι ο Καρά Αλή σκοτώθηκε από κατάρτι της ναυαρχίδας που έπεσε και τον χτύπησε στη μέση. Κάποιοι βούτηξαν στη θάλασσα όπου είχε πέσει και τον έσωσαν. Τον μετέφεραν στην ακτή, όπου όμως ξεψύχησε. Λέγεται ότι στο κατάρτι εκείνο, είχε κρεμάσει προύχοντες και δημογέροντες του νησιού.

Αυτό ήταν το τέλος του Καρά Αλή, που όταν κάποιοι αξιωματικοί λίγες ώρες πριν, του είχαν πει να έχουν έτοιμες τις άγκυρες για απόπλου, είπε: «Είσθε δειλοί! Ο άπιστος (δηλ. οι Έλληνες), αν είναι φωτιά, θα κάψει όσο φθάνει το έγκλημά του. Πού να τολμήσει αυτός να κινηθεί;» και εκτόξευσε διάφορες απειλές για τους Έλληνες. Οι 19 πυρπολητές του Πιπίνου και οι 24 του Κανάρη, σώοι και αβλαβείς επέστρεψαν στα Ψαρά όπου γνώρισαν αποθέωση. Μαζί με τον Κανάρη, βρισκόταν κι ο αδελφός του Αναγνώστης. Απ’ όλο το τσούρμο του, μόνο κάποιος Παπαδημητράκης, δείλιασε την τελευταία στιγμή και δεν τον ακολούθησε. Η σύζυγος του, Αγγελική Τσακάλη τον χώρισε (!) «…μη αξιούσα να συζεί μετά τοιούτου περιφρονημένου ανδρός»…  Ο Καρά Αλή τάφηκε στη Χίο.

Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας «αφήκε κατάπληκτα τα πληρώματα ολόκληρου του στόλου», γράφει ο Δζεβδέτ πασάς.

Ο Άγγλος ιστορικός Γκόρντον γράφει ότι η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας ήταν «ένα από τα πιο καταπληκτικά στρατιωτικά κατορθώματα που αναφέρει η ιστορία», ενώ στην Ευρώπη, όπου το όνομα του Κανάρη έγινε θρύλος, χαρακτηρίστηκε ως «κοσμοϊστορικό γεγονός».

Ο αντίκτυπος της σφαγής

Η καταστροφή και η σφαγή της Χίου συγκλόνισαν όχι μόνο την ελληνική αλλά και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Μετά το γεγονός αυτό το φιλελληνικό κίνημα φούντωσε και σημαντικός αριθμός Ευρωπαίων φιλελλήνων έσπευσαν στην επαναστατημένη Ελλάδα για να ενισχύσουν τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα.

Σημαντική επιρροή άσκησε το γεγονός σε Ευρωπαίους καλλιτέχνες. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν τις φρικιαστικές σκηνές στις εφημερίδες, ζωγράφοι (Ντελακρουά) τις απεικόνισαν και ποιητές (Ουγκώ, Χέμανς, Πιέρποντ, Χιλ, Σιγκούρνεϊ) έψαλλαν τη θλιβερά καταστροφή. Αρχισε να γίνεται λόγος για το ασυμβίβαστο της τουρκικών – μουσουλμανικών -βαρβαρικών φύλων με τον ανθρωπισμό, ενώ όλοι συμφώνησαν και τόνισαν την αδυναμία συνύπαρξης Χριστιανών και Μουσουλμάνων.

Ο σουλτάνος, βλέποντας ότι απομονώνεται διπλωματικά, έθεσε τον πρωτεργάτη της σφαγής Βαχίτ πασά στο περιθώριο. Τον έστειλε στα Βρύουλα όπου περίμενε διαταγές του σουλτάνου μέσα σε μια σκηνή. Τελικά του αφαιρέθηκαν τα αξιώματα και διατάχθηκε να παραμείνει στην Παμφυλία. Παράλληλα, έδωσε υποσχέσεις ότι θα προστατευθούν οι Χιώτες που θα γυρίσουν στο νησί τους. Άλλωστε η μαστίχα, ήταν ένα πολύτιμο προϊόν για τον ίδιο αλλά και για τις κυρίες του σουλτανικού χαρεμιού.

Όταν εξαγγέλθηκε η σουλτανική αμνηστία που καλούσε τους εξόριστους Χιώτες να επιστρέψουν, αποδίδοντάς τους τις ιδιοκτησίες τους, εάν φυσικά υπήρχαν μιας που από τις καταστροφές δεν υπήρχε πλέον ρυμοτομία, ο διοικητής του νησιού για να πιστέψουν οι Χιώτες την καλή οθωμανική πρόθεση και να επιστρέψουν, προέβη σε δημόσιες θανατικές εκτελέσεις στρατιωτών που εκτράπηκαν σε υπερβασίες. Για την εξιλέωση της Σφαγής της Χίου, ο καλός σουλτάνος που ήθελε να γυρίσουν πίσω οι Χιώτες για να ξαναρχίσει τον κεφαλικό φόρο, διέταξε να εκτελεστούν 10 ολόκληροι (και όχι κομματιασμένοι σε αφτιά, κεφάλια, γλώσσες κ.λ.π.) τούρκοι στρατιώτες. Άλλη μια προσπάθεια απελευθέρωσης του νησιού έγινε το 1827 από τον Φαβιέρο όμως, τελικά, και μετά από διάφορες φαγωμάρες πάλι δεν ευοδώθηκε. 

Όμως όπως υποστηρίζει ο πανεπιστημιακός καθηγητής και ερευνητής της Ιστορίας μας Στέριος Φασουλάκης, ουσιαστικά η επιστροφή άρχισε μετά το 1832 και με πολύ αργό ρυθμό. Οι περιηγητές περιγράφουν ότι έως τότε ακόμη η Χώρα και τα χωριά ήταν γεμάτη διάσπαρτα πτώματα και τα κτίρια ήταν πυρπολημένα.

Να σημειωθεί ότι στο βιβλίο του καθηγητή Κώστα Φραγκομίχαλου, «ΑΓΙΟ ΓΑΛΑΣ» υπάρχει αναφορά για ενταφιασμό διάσπαρτων οστών στη θέση Μαυρόπετρες Αγίου Γάλακτος το 1913/14, όταν ο δάσκαλος της παραπάνω κοινότητας, μαζί με τους 45 μαθητές του, περιμάζεψαν τα οστά των σφαγιασθέντων συγχωριανών/συμπατριωτών μας και τα ενταφίασαν στην εν λόγω περιοχή.

Στην ελληνική πλευρά, αφού ξεπεράστηκαν η θλίψη και ο αποτροπιασμός για τη σφαγή, άρχισαν να γίνονται προσπάθειες να βρεθούν χρήματα για να συγκροτηθεί μια αξιόλογη ναυτική δύναμη. Πραγματικά το Μινιστέριον (Υπουργείο) των Ναυτικών και το Μινιστέριον των Οικονομικών, διέθεσαν αρχικά 57.550 γρόσια και στη συνέχεια 342.000 γρόσια σε Ψαρά, Ύδρα και Σπέτσες.

Στις 26 Απριλίου 1822, οι Ψαριανοί στέλνοντας στον Άρειο Πάγο για τις επιχειρήσεις της Ανατολικής Στερεάς 20 βαρέλια μπαρούτι, ενημέρωναν για την ανάληψη κοινής δράσης από τα ναυτικά νησιά: «Ημείς σήμερον μετά των αδελφών Υδριωτοσπετζιωτών εκστρατεύομεν κατά των βαρβάρων, οίτινες έτι εις Χίον ευρίσκονται και ο Θεός εις το ευόδιον και καλήν έκβασιν του επωφελούς προς το Γένος σκοπού μας».

Φώτο εξωφύλλου: Λείψανα μαρτύρων στη Νέα Μονή της Χίου

Πηγές:

https://www.grland.info/30-martiou-1822-i-aimatiri-sfagi-tis-chiou/

https://www.zougla.gr/politismos/article/i-katastrofi-tis-xiou—i-8iriodies-ton-o8omanon-ke-ta-sklavopazara-1907404

https://www.oraiokastro24.gr/%CE%B7-%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%87%CE%AF%CE%BF%CF%85/

https://www.militaire.gr/i-sfagi-tis-chioy/ ΠΗΓΗ: chioshistory.gr

https://terrapapers.com/katastrofi-ke-sfagi-tis-chiou/

https://enromiosini.gr/arthrografia/%CE%B7-%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%87%CE%AF%CE%BF%CF%85-30-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%BF%CF%85-1822/

https://averoph.wordpress.com/2014/03/30/%E1%BC%A1-%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%AF-%CF%84%CF%8C-%E1%BD%81%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%8D%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BD-%CF%87%E1%BF%96%CE%BF-30-%CE%BC%CE%B1/

https://www.tideon.org/istorika/145-1821/5897-i-sfagi-tis-xiou

https://www.mixanitouxronou.gr/o-martyrikos-melanios-tis-chioy-me-toys-10-000-nekroys-ekei-opoy-i-thalassa-vaftike-kokkini/

https://www.protothema.gr/stories/article/876104/i-sfagi-tis-hiou-kai-i-purpolisi-tis-tourkikis-nauarhidas-apo-ton-konstadino-kanari/  Μιχάλης Στούκας

https://www.politischios.gr/istories/i-hios-itan-akomi-gemati-ptomata-stoys-dromoys-deka-hronia-meta-ti-sfagi-toy-1822

https://www.imerodromos.gr/gynaikes-sklaves-sta-pazaria-tis-anatolis/ 

https://agioskosmasoaitolos.wordpress.com/2013/03/30/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%BF%CE%B9-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%B7%CE%BA%CE%B1%CE%BD-%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%83-30-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%BF%CF%85-1822/ 

https://www.mixanitouxronou.gr/ta-sklavopazara-meta-ti-sfagi-tis-chioy-to-1822/ 

https://www.gtp.gr/LocPage.asp?id=7967&lng=1 

http://chiosnews.com/31868/  Παναγιώτης Ξενάκης: 188 χρόνια από τη Σφαγή της Χίου

https://www.amanivoice-chios.gr/2016/05/%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%b3%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%83-%cf%87%ce%b9%ce%bf%cf%85-%ce%b7-%cf%83%cf%85%ce%b3%ce%ba%ce%bb%ce%bf%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bf%ce%bc%ce%b9%ce%bb%ce%af%ce%b1/ Κων. Ε. Φραγκομίχαλου.

https://www.amanivoice-chios.gr/2019/11/%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf-%ce%b3%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%83-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b6%ce%b7%cf%84%cf%8e%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%84%ce%ac%cf%86%ce%b9%ce%bf-%cf%83%ce%b5/

https://www.youtube.com/@amanivoicechios9711

https://www.youtube.com/@Neocleous1 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

RSS
Κύλιση στην κορυφή