Τι ήταν το «Πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων» και η «Δήλωση μετανοίας»

Πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων

Έγγραφη βεβαίωση κρατικού φορέα μέσω της οποίας αποδεικνυόταν ότι πολίτης ήταν ασφαλής για το καθεστώς. Απαραίτητο το πιστοποιητικό αυτό για κάθε επαφή με το Δημόσιο.

Θεσπισμένα για πρώτη φορά το Σεπτέμβρη του 1938, από τη δικτατορία του Μεταξά για τους υποψήφιους προς εισαγωγή στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες. Στο πιστοποιητικό εγγραφόταν ρητώς πως ο/η [τάδε] δεν ήταν κομμουνιστής ή συμπαθής προς τον κομμουνισμό. Από τον εμφύλιο κι έπειτα έγιναν απαραίτητα για εργασία στο δημόσιο και αρκετές ιδιωτικές επιχειρήσεις, εγγραφή στα ΑΕΙ, ακόμα και για έκδοση άδειας κυνηγιού.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, τα πιστοποιητικά και οι φάκελοι εντάχθηκαν στα “Έκτακτα Μέτρα”. Τα “Έκτακτα Μέτρα” ήταν ένα σύνολο θεσμών με στόχο τον έλεγχο-αποκλεισμό όσων ήταν ύποπτοι για συνεργασία με τους αντάρτες και αργότερα όσων έδειχναν συμπάθεια προς την κομμουνιστική ιδεολογία.

Σε αυτά περιλαμβάνονταν οι εκτοπισμοί και η δημιουργία της Επιτηρούμενης Ζώνης (Μπάρα) κατά μήκος των βορείων συνόρων της χώρας. Το πιστοποιητικό ήταν απαραίτητο για τον διορισμό στον δημόσιο τομέα, για εισαγωγή σε πανεπιστήμια, για έκδοση άδειας οδήγησης, διορισμός κ.α.

Επιπλέον, το πιστοποιητικό ήταν αλληλένδετο με τον θεσμό των φακέλων. Για να εκδοθεί έπρεπε οι αρμόδιες αρχές ασφαλείας να ερευνήσουν τον ατομικό φάκελο του ενδιαφερόμενου, αλλά και του συγγενικού του περιβάλλοντος.

Έτσι, επικράτησε η αρχή της οικογενειακής ευθύνης, σύμφωνα με την οποία η αίτηση κάποιου για έκδοση πιστοποιητικού μπορούσε να απορριφθεί λόγω ύποπτης πολιτικής δραστηριότητας συγγενών του, ακόμα και σε περίοδο που ο ίδιος δεν είχε γεννηθεί. Πολλοί Αριστεροί πολίτες εγκατέλειψαν την χώρα, αφού χωρίς το πιστοποιητικό δεν μπορούσαν να σπουδάσουν, να δουλέψουν κ.ο.κ.

Τα πιστοποιητικά τα εξέδιδαν οι κατά τόπους αρχές της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής. Έτσι, για να θεωρηθεί κάποιος ως κομμουνιστής ή ως «κρυπτοκομμουνιστής» (υπήρχαν και διαβαθμίσεις ως προς την «επικινδυνότητα» των πολιτών), αρκούσε η γνώμη των τοπικών χωροφυλάκων και αστυνομικών.

Για να «χρωματιστεί» ένας πολίτης (δηλαδή να έχει φάκελο) αρκούσε έστω και ένα στοιχείο, όπως λ.χ. το αν συμμετείχε ο ίδιος ή συγγενικό του πρόσωπο στο Ε.Α.Μ. κατά την Κατοχή, αν είχε απόσχει από τις εκλογές του 1946, αν είχε φιλικές σχέσεις με αριστερούς, αν διάβαζε «αριστερές» εφημερίδες κ.ά. Ιδιαίτερα στις κλειστές κοινωνίες της υπαίθρου ορισμένοι «εθνικόφρονες» βρήκαν την ευκαιρία να εκδικηθούν συντοπίτες τους, με τους οποίους είχαν προσωπικές διαφορές, καταγγέλλοντάς τους ως κομμουνιστές.

Η κατάργηση τους στον χώρο της εκπαίδευσης ήρθε το 1964 επί κυβέρνησης Παπανδρέου. Επανήλθαν σε ισχύ το 1967 με την εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας.

Το καλοκαίρι του 1971 ο δικτάτορας Παπαδόπουλος ανήγγειλε πανηγυρικά σε ομιλία του την κατάργηση των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων σε όλους τους τομείς πλην Στρατού και Σωμάτων Ασφαλείας. Το τι ακριβώς εννοούσε η χούντα ως “κατάργηση” μας περιγράφει σε ένα απόσπασμα του βιβλίου του “Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα” (Αθήνα 1974), ο Γιάννης Κάτρης ως εξής:

Το πόσο καταθλιπτικά βάραιναν — και βαραίνουν — τα πιστοποιητικά στην ελληνική ζωή προκύπτει από την έκταση των τομέων στους οποίους είχε επιβληθεί η διαδικασία του «πιστοποιητικού». Δεν είναι υπερβολή ότι σχεδόν οι μισοί Έλληνες — και όχι μια φορά ο καθένας — έχουν υποβληθεί στη διαδικασία της αποκτήσεως του πιστοποιητικού. Σημειώνουμε σε ποιες περιπτώσεις ήταν απαραίτητο: Κατάληψη θέσεως δημοσίου ή δημοτικού υπαλλήλου, σε τράπεζες, σε οργανισμούς κρατικούς ή κοινής ωφελείας» ιδρύματα κ.λπ. Με τον καιρό η υποχρέωση του πιστοποιητικού επεκτάθηκε σε πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις και έφθασε ως τις καθαρίστριες ή τους νεκροθάφτες… Τέλος, η εγγραφή στα πανεπιστήμια, η έκδοση αδείας οδηγού αυτοκινήτου, η άδεια κυνηγίου, η έκδοση διαβατηρίου, η άδεια μεταναστεύσεως, ακόμη δε και η άδεια πλανόδιου μικροπωλητή απαιτούσε την πιστοποίηση ότι ο ενδιαφερόμενος εμφορείται από γνήσια εθνικά φρονήματα (κατά τις εκτιμήσεις βέβαια της αστυνομίας) και ότι ουδέποτε είχε μολυνθεί από το μίασμα του κομμουνισμού ή των «συνοδοιπόρων» του. Η διατύπωση αυτή διευκόλυνε την επέκταση των διώξεων στους οπαδούς του κέντρου, οι οποίοι — κατά την αστυνομία — ήσαν εθνικώς ύποπτοι

Για να αποκτήσει ένας πολίτης πιστοποιητικό δεν αρκούσε ότι ο ίδιος δεν είχε καμιά πολιτική ανάμιξη κατά το παρελθόν και το παρόν. Υπείχε ευθύνες και για τα φρονήματα των γονέων του, των αδελφών του, ακόμη και μακρινών συγγενών του.

Έτσι, βάσει της αρχής της οικογενειακής ευθύνης, πολλοί νέοι δεν μπόρεσαν να εγγραφούν σε πανεπιστήμιο ή να εργασθούν σε μια τράπεζα, επειδή κάποιος συγγενής τους στα χρόνια της κατοχής (τότε που ο ενδιαφερόμενος νέος δεν είχε γεννηθεί ακόμη) είχε διαπράξει το έγκλημα να πολεμήσει εναντίον των ναζί.

Στα μαύρα χρόνια της τυραννίας η ιεροεξεταστική αυτή κατάσταση έγινε στυγνότερη, με προέκταση και προς την κατεύθυνση της δεξιάς. Γνήσιοι — άλλοτε — εθνικόφρονες, με αντικομμουνιστικά εύσημα, αξιωματικοί που είχαν «διακριθεί» στον εμφύλιο πόλεμο, όλη η αφρόκρεμα του προχουντικού κατεστημένου μπήκε στο ίδιο τσουβάλι με τους «εχθρούς του έθνους». Ακόμη και απόστρατοι στρατηγοί, παρασημοφορημένοι από το NATO, υποχρεώνονταν να περιμένουν ατέλειωτες ώρες όρθιοι στον προθάλαμο κάποιου αγριωπού υπαστυνόμου, να διώχνονται με τα «ξαναέλα αύριο…», ώσπου να πάρουν, αν το έπαιρναν, το περίφημο «πιστοποιητικό».

Είναι, βέβαια, αλήθεια ότι ο Παπαδόπουλος σ’ ένα λόγο που εξεφώνησε τον Αύγουστο του 1971 ανήγγειλε κατηγορηματικά τη γενική κατάργηση του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων (με εξαίρεση τις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας).

Αλλά λίγους μήνες αργότερα δόθηκε στους Έλληνες η ευκαιρία να μάθουν πόση αξία είχε ο «λόγος τιμής» του δικτάτορα. Στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» (21-1-72) δημοσιεύθηκε απόφαση του υπουργικού συμβουλίου — με την υπογραφή του Παπαδόπουλου — που θέσπιζε μια σειρά ερωτημάτων, που έπρεπε ν’ απαντήσει «πας υποψήφιος προς διορισμόν ως υπάλληλος του δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως».

Ανάμεσα στ’ άλλα, ο «πας υποψήφιος» υποχρεούται ν’ αναφέρει, αν «συνελήφθη ποτέ, εκλήθη ή εξητάσθη παρ’ Αρχής τινος», αν υπήρξε ποτέ αναγνώστης εφημερίδων ή περιοδικών που απηχούσαν γνώμες άμεσα η έμμεσα «αντεθνικές», αν πήρε ποτέ μέρος «εις εκδρομάς, εκθέσεις, μνημόσυνα ή χοροεσπερίδας, διοργανωθείσας υπό προσώπων υπηρετησάντων υφ’ οιανδήποτε μορφήν τον κομμουνισμόν ή τους σκοπούς του».

Ίσως, η πιο διασκεδαστική ερώτηση ήταν, αν ο ενδιαφερόμενος υπήρξε ποτέ μέλος ή οπαδός κομμάτων «σκοπούντων την καθ’ οιονδήποτε τρόπον ανατροπήν της νομίμου κυβερνήσεως». Δεδομένου ότι οι οπαδοί της ΕΡΕ επιδίωκαν την ανατροπή της «νομίμου κυβερνήσεως του κέντρου», οι δε οπαδοί του κέντρου και της αριστεράς επίσης επεδίωκαν την ανατροπή της «νομίμου κυβερνήσεως της ΕΡΕ», συνάγεται ότι στο σύνολο των Ελλήνων απαγορεύεται το δικαίωμα να καταλάβουν μια θέση υπογραμματέα ή κλητήρα σε μια κοινότητα ή δήμο…

Τα πιστοποιητικά καταργήθηκαν το 1974 στη Μεταπολίτευση, ουσιαστικά αντικαταστάθηκαν εν μέρει, με μια δήλωση πίστης στο δημοκρατικό πολίτευμα που καταργήθηκε από το ΠΑΣΟΚ μετά το 1981.

Η καύση των φακέλων κοινωνικών φρονημάτων που έλαβε χώρα τη μακρινή 28η Αυγούστου 1989. Η πρώτη κυβέρνηση συνεργασίας των παρατάξεων ΝΔ-Συνασπισμός Αριστεράς αποφάσισε να παραδώσει στη λήθη δια της πυράς 17.000.000 φακέλους κοινωνικών φρονημάτων. Στους φακέλους αποτυπωνόταν η εικόνα των “επικίνδυνων πολιτών”, ξεκινώντας από τον Μεσοπόλεμο και φτάνοντας μέχρι την Μεταπολίτευση.

Το πραγματικά εφιαλτικό νούμερο αυτό των φακέλων εξηγείται από πολλούς λόγους. Οι φάκελοι δεν καταστρέφονταν ποτέ. Ακόμη και εάν κάποιος πέθαινε, ο φάκελός του διατηρείτο, καθώς τα στοιχεία που περιείχε μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ενοχοποίηση προσώπων τού οικογενειακού ή ακόμη και του φιλικού περιβάλλοντός του. Σε έναν κόσμο αναζήτησης υπόπτων και πιθανών ενόχων, κυριαρχούσε η αρχή της οικογενειακής ευθύνης. Από την άλλη πλευρά, συχνά συγκροτούνταν περισσότεροι του ενός φάκελοι για τον ίδιο πολίτη από διαφορετικά παραρτήματα Ασφαλείας σε όλη την Ελλάδα, με βάση και τις μετακινήσεις του, τις αλλαγές του τόπου διαμονής ή εργασίας του.

Οι φάκελοι και τα πιστοποιητικά ήταν ένας μηχανισμός εξοβελισμού πολιτών από την κοινωνική ζωή, ένας τεράστιος διαπαιδαγωγητικός μηχανισμός στην υποταγή και στο φόβο.

Δήλωση μετανοίας

Έμπρακτη απόδειξη αποκήρυξης του Κ.Κ.Ε. ή του Ε.Α.Μ. ή του Ε.Λ.Α.Σ ή της Ε.Π.Ο.Ν. και της δράσης που είχε σε αυτά ο υπογράφων τη δήλωση. Επί της ουσίας επρόκειτο για μια πολιτική ακύρωση και απαξίωση του υπογράφοντος τη δήλωση, αφού η δήλωση κοινοποιούνταν στην κοινωνία του τόπου κατοικίας του και δημοσιευόταν στον τοπικό τύπο. 

Η δήλωση μετανοίας αποτελούσε πάγια τακτική των ελληνικών διωκτικών αρχών για την ακύρωση της ηθικής συγκρότησης του αριστερού κινήματος. Το Κ.Κ.Ε., τουλάχιστον ως το 1974, δεν επέτρεπε σε όσους είχαν υπογράψει δήλωση να ενταχθούν στις γραμμές του.

Έχει γραφτεί ένας τεράστιος όγκος βιβλίων, άρθρων, μαρτυριών κλπ για τις δηλώσεις μετάνοιας ή «δηλώσεις αποκηρύξεως του κομμουνισμού» όπως ήταν ο πλήρης τίτλος τους. Πρόκειται για ένα κείμενο που συνέτασσαν και υπέγραφαν κομμουνιστές οι οποίοι ήταν de facto κατηγορούμενοι για αντεθνική δραστηριότητα, αλλά και πολίτες οι οποίοι είχαν κάποια σχέση με κομμουνιστές ή παρουσίαζαν «αντεθνική δράση».

Η υπογραφή των δηλώσεων αυτών σήμαινε και την παύση της δίωξής τους από τις Αρχές, επομένως ακολουθούσε η αποφυλάκιση, η απελευθέρωση από τόπους εξορίας, εύρεση εργασίας κλπ, ανάλογα με τον τρόπο δίωξης του καθενός.

Ως πρακτική άρχισε να εμφανίζεται το 1916 την περίοδο του εθνικού διχασμού. Οι φιλοβασιλικοί αντέδρασαν οργισμένα όταν σχηματίστηκε η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, υπό τον Βενιζέλο και κηρύχτηκε ο πόλεμος κατά της Βουλγαρίας. Σε πόλεις και σε χωριά κυνηγούσαν τους βενιζελικούς και μετά από ξυλοδαρμούς τους έβαζαν να υπογράψουν δήλωση μετανοίας στην οποία αποκήρυσσαν «τον σατανικό, προδότη Βενιζέλο».

Εφαρμόστηκε αποσπασματικά στα τέλη της δεκαετίας του 1920, αλλά πήρε διαστάσεις ενορχηστρωμένης κρατικής πολιτικής στη δεκαετία του ’30, επί δικτατορίας Μεταξά και ίσχυε μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’60, για να εμφανιστεί ξανά, μερικά χρόνια αργότερα, με άλλη μορφή, επί Χούντας (1967-1974).

Η υιοθέτηση της δήλωσης ως μέτρου διάλυσης και εξόντωσης των κομμουνιστών, των φιλικά προσκειμένων σε αυτούς και των αντιφρονούντων, πιστώνεται ιστορικά στον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, υφυπουργό Δημοσίας Ασφάλειας επί Μεταξά και χρόνια Βουλευτή της ΕΡΕ τη δεκαετία του ’60, με τον  Α.Ν. 375/18-12-1936.

Με τη δήλωση, ο υπογράφων, αποκήρυσσε τις κομμουνιστικές του ιδέες, το ΚΚΕ, άλλες πολιτικές οργανώσεις και σχηματισμούς, την τυχούσα «κομμουνιστική-ανατρεπτική» δράση του, δηλώνοντας παράλληλα ότι θα σταματήσει κάθε τέτοια δραστηριότητα στο μέλλον.

Για τους πολιτικούς κρατούμενους η δήλωση μετανοίας ήταν μια επώδυνη δοκιμασία, γιατί καλούνταν να αποκηρύξουν τις ιδέες τους, τους φίλους και τους συντρόφους τους. Αυτές οι δηλώσεις δεν ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης των κρατούμενων.

Η απόσπαση των δηλώσεων γινόταν με τη βία και με απειλές. Οι κρατούμενοι υπέγραφαν άλλες φορές στη διάρκεια βασανιστηρίων, ώστε να σταματήσουν το μαρτύριό τους, και άλλες φορές απέναντι στην επικείμενη καταδίκη, ώστε να ελαφρύνουν τη θέση τους.

Στη Μακρόνησο οι κρατούμενοι στρατιώτες δεν ήταν αρκετό να υπογράψουν μια δήλωση μετανοίας. Ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν ομιλίες στους στρατιώτες της Μακρονήσου, να στέλνουν επιστολές στα χωριά τους, οι οποίες διαβάζονταν μετά το τέλος της κυριακάτικης λειτουργίας, ή να κάνουν ομιλίες περιοδεύοντας σε πόλεις και χωριά, στις οποίες υποτίθεται ότι αποκάλυπταν τον προδοτικό ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος και εκθείαζαν το έργο που συντελούνταν στη Μακρόνησο.

Οι δηλώσεις μετανοίας ήταν μια βίαιη αποδόμηση της προσωπικότητας των πολιτικών κρατούμενων και παράλληλα μια προσπάθεια διάσπασης της συλλογικότητάς τους. Η διοίκηση των στρατοπέδων χώριζε τους κρατούμενους σε «ανανήψαντες» και «αμετανόητους», και έστρεφε τους πρώτους εναντίον των δεύτερων. Επιπλέον, επειδή το Κομμουνιστικό Κόμμα καταδίκαζε απερίφραστα όσους υπέγραφαν δήλωση μετανοίας, όσοι υπέγραφαν έφεραν στη συνέχεια το στίγμα του «δηλωσία», δηλαδή του προδότη του Κόμματος.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι παραποιήσεις και οι ψευδείς δηλώσεις με σκοπό την προπαγάνδα έδιναν και έπαιρναν, ενώ δηλώσεις ή υπόνοιες δηλώσεων στελεχών ή εμβληματικών προσώπων (Βελουχιώτους, Ρίτσος, Θεοδωράκης) γινόταν φέιγ βολάν.

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Ανδρέα Παπανδρέου, όταν συνελήφθη μαζί με άλλους 12 το 1937, κατηγορούμενος για συμμετοχή σε τροτσκιστική ομάδα. Όπως είναι γνωστό, υπέγραψε δήλωση αποκήρυξης του κομμουνισμού και αφέθηκε ελεύθερος. Ο ίδιος ο Μανιαδάκης, που του είχε αποστάσει τότε τη δήλωση, σχεδόν 30 χρόνια μετά, το 1964, τη χρησιμοποίησε σε πολιτική αντιπαράθεση στη Βουλή*.

Ωστόσο υπήρξαν περιπτώσεις που το κόμμα έδινε την άδεια σε κάποιους να κάνουν δήλωση ώστε να απελευθερωθούν και να συνεχίσουν τη δράση τους. (Άρης Βελουχιώτης)

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ειπωθεί ο ακριβής αριθμός όσων εξαναγκάστηκαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στη «Δήλωση Μετάνοιας», αφού τα στοιχεία, ανάλογά με την πηγή έχουν πολύ μεγάλες αποκλίσεις. Σύμφωνα με το Γενικό Επιτελείο Στρατού, μέχρι τον Οκτώβριο του 1949 είχαν «αναμορφωθεί» 25.000 οπλίτες και αξιωματικοί και σύμφωνα πάντα με την ίδια πηγή το διάστημα 1947-1950 πέρασαν από τη Μακρόνησο 27.000 στρατιώτες, 1.100 αξιωματικοί και 30.000 πολίτες».

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του Υφυπουργείου Δημοσίας Ασφαλείας, 47.000 κομμουνιστές υπέβαλαν «δηλώσεις μετανοίας και αποκηρύξεως του κομμουνισμού» μέχρι το 1940, ενώ οι συλληφθέντες ανέρχονταν σε περίπου 50.000.

Σύμφωνα με κείμενο που δημοσιεύτηκε την περίοδο της Χούντας (Α. Παυλόπουλος, «Μελέται αναφερόμεναι εις την ιστορίαν του ΚΚΕ-ΕΔΑ, 1956-1969″) και επικαλείται τα επίσημα στοιχεία της Κρατικής Ασφάλειας, ο αριθμός εκείνων που υπέγραψαν δηλώσεις μετάνοιας κατά τον Εμφύλιο και ύστερα ανέρχεται σε 95.690, ενώ στο ίδιο κείμενο πανηγυρικά αναφέρεται ότι η πρακτική αυτή αποτέλεσε «μίαν εκ των βασικών μεθόδων ηθικής απογυμνώσεως του ΚΚΕ και οργανωτικής απισχνάνσεώς του».

Στην ίδια φιλοχουντική δημοσίευση διαβάζουμε επίσης ότι: «Διά των δηλώσεων το Κράτος εβοήθησεν εκείνους οι οποίοι παρεσύρθησαν υπό της κομμουνιστικής προπαγάνδας να διακόψουν τους δεσμούς των με το ΚΚΕ και έδωσε την δυνατότητα εις αυτούς να ζήσουν νομοταγώς και φιλησύχως».

Τον Ιανουάριο του 1950 η διοίκηση των στρατοπέδων υπερηφανευόταν ότι η µεγάλη πλειονότητα των κρατουµένων είχε «αναµορφωθεί». Από τους 16.768 κρατουµένους µόνο οι 1.494 δεν είχαν ακόµη υπογράψει.

Σύμφωνα με τα στοιχεία από τα αρχεία της Μακρονήσου υπολογίζεται ότι οι άνθρωποι που ΔΕΝ υπέγραψαν τη δήλωση μετάνοιας είναι λιγότεροι από το 1% όσων κρατήθηκαν εκεί.

Το κείμενο της δήλωσης και το πρότυπό της έπαιρνε διάφορες μορφές ανά τακτά χρονικά διαστήματα και διαμορφωνόταν ανάλογα με τις εξελίξεις, την εποχή, την τοποθεσία ή ακόμα και το τι είχε προηγηθεί λίγη ώρα πριν τη δήλωση.

Κάποιες φορές οι δηλώσεις ήταν δακτυλογραφημένες και κάποιες άλλες οι δηλώσεις μετανοίας συντάσσονταν χειρόγραφα από τους κατηγορούμενους.

Αυτό γινόταν συνήθως κατά την ώρα της σύλληψης ώστε να αποφύγουν την εξορία που ήξεραν ότι ακολουθεί, λίγο πριν εκδοθούν δικαστικές αποφάσεις για ευνοϊκότερη μεταχείριση ή αμέσως μετά από σκληρά βασανιστήρια, όπου δεν υπήρχαν πρόχειρες πρότυπες δηλώσεις.

Σε εικόνα παρουσιάζουμε το έντυπο μίας «Δήλωσις» όπως αυτό δινόταν στους κρατούμενους της Μακρονήσου το 1948, όπου διακρίνονται τα στοιχεία και οι παράγραφοι που έπρεπε να συμπληρώσει ο κατηγορούμενος.

Το έντυπο της δήλωσης που παρουσιάζεται είναι Δωρεά της Μαρίας Θεοδωροπούλου (εγγονής Β. Θεοδωρόπουλου) & Λάμπρου Θεοδωρόπουλου (γιου Β. Θεοδωρόπουλου) στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ)…

*Από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 ο Ανδρέας Παπανδρέου δραστηριοποιήθηκε στον χώρο του ελληνικού τροτσκισμού. Γι’ αυτή του τη δράση η δικτατορία του Μεταξά συνέλαβε τόσο τον ίδιο όσο και τους συντρόφους του ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Κορνήλιος Καστοριάδης.

Οπως ανακοινώθηκε στον Τύπο της εποχής, όλοι οι τότε συλληφθέντες της ομάδας στην οποία συμμετείχε ο Α. Παπανδρέου -πλην του Μενέλαου Μεγαριώτη- ομολόγησαν τη δράση τους, υπέβαλαν δηλώσεις μετανοίας και αφέθηκαν ελεύθεροι λόγω του νεαρού της ηλικίας τους (βλέπε «Βήμα», 9-8-1939).

Λίγο αργότερα, ο Ανδρέας Παπανδρέου έφυγε για σπουδές στις ΗΠΑ. Στην Ελλάδα επέστρεψε οριστικά το 1961 ύστερα από πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Με την πολιτική ο Ανδρέας Παπανδρέου αναμείχθηκε ενεργά στις εκλογές του 1963 και του 1964, εκλέχτηκε βουλευτής και διετέλεσε υπουργός στην κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου.

Ο δυναμικός χαρακτήρας του και οι απόψεις του, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσαν την μήνιν των αντιπάλων του -κυρίως του δεξιού, συντηρητικού χώρου- οι οποίοι άρχισαν να ανασκαλεύουν το παρελθόν του.

Από τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, την «υπόθεση Α. Παπανδρέου» της περιόδου της μεταξικής δικτατορίας επανέφερε στη δημοσιότητα η εφημερίδα «Η Ημέρα» της γνωστής δεξιάς δημοσιογραφικής οικογένειας Αθανασιάδη. «Συνελήφθη το 1939 ως αναρχικός ο κ. Α. Παπανδρέου» έγραφε στις 10-6-1964 η εφημερίδα στην πρώτη σελίδα της.

Την επομένη η ίδια εφημερίδα φιλοξένησε -πάλι στην πρώτη της σελίδα- έγγραφη δήλωση του υφυπουργού Ασφαλείας του Μεταξά και βουλευτή της ΕΡΕ, Κ. Μανιαδάκη, ο οποίος επιβεβαίωνε το τροτσκιστικό παρελθόν του Ανδρέα, τη σύλληψη του ιδίου και των συντρόφων του, καθώς και την υπογραφή δηλώσεων μετανοίας.

Ο Μανιαδάκης αναρωτιόταν επίσης πώς με τέτοιο παρελθόν ο Α. Παπανδρέου, αφότου επέστρεψε από την Αμερική, ανέλαβε οικονομικός σύμβουλος της Τραπέζης της Ελλάδος και πρόεδρος του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διαδικασίες.

Η ουσία της απορίας του Μανιαδάκη ήταν η εξής: Πώς ο Ανδρέας πήρε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων για να καταλάβει ανώτατες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό με δεδομένο το παρελθόν του;

Είναι αλήθεια ότι ο Α. Παπανδρέου ζήτησε τον Φεβρουάριο του 1961 πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων το οποίο και έλαβε.

Για να το λάβει όμως έπρεπε να υπάρχει μία εκ των δύο προϋποθέσεων: ή παρακάμφθηκε από τις Αρχές το παρελθόν του ή δεν υπήρχαν στοιχεία γι’ αυτό. Προφανώς ο φάκελος του κλάπηκε. 

Το χρονικό διάστημα που συνέβη η υπεξαίρεση, προσδιορίζεται μεταξύ 1939 και 1961, λίγο πριν ο Α. Παπανδρέου επιστρέψει στην Ελλάδα. Αν αυτό είχε συμβεί αργότερα, ο Ανδρέας δεν θα μπορούσε το 1961 να πάρει πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.

Πηγές:

https://www.makronissos.org/pistopiitiko-kinonikon-fronimaton/

http://www.katiousa.gr/istoria/otan-chounta-katargouse-ta-pistopoiitika-koinonikon-fronimaton/

https://www.maxmag.gr/agnosti-ellada/i-kaysi-ton-fakelon-koinonikon-fronimaton/

https://www.makthes.gr/i-istoria-ton-fakelon-koinonikon-fronimaton-se-ena-vivlio-210185

https://www.makronissos.org/dilosi-metanias/

https://www.mixanitouxronou.gr/spanio-ntokoymento-me-to-episimo-entypo-tis-quot-dilosis-metanoias-quot-poy-ypegrafan-oi-aristeroi-diavaste-analytika-ti-toys-kaloysan-na-dilosoyn-gia-na-fygoyn-apo-tin-exoria/

https://www.efsyn.gr/politiki/124637_i-dexia-sto-kynigi-toy-andrea 

https://epitropiygeiasattikislae.wordpress.com/2017/10/26/%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD-%CF%86%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%AC/ 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

RSS
Κύλιση στην κορυφή