Ο Αλέξανδρος ήταν ο δευτερότοκος γιος του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ και της Βασίλισσας Σοφίας και γεννήθηκε στις 1 Αυγούστου 1893.
Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από όπου αποφοίτησε το 1912. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους ως αξιωματικός του πυροβολικού.
Ο Αλέξανδρος δεν προοριζόταν να βασιλεύσει. Τον πατέρα του, Κωνσταντίνο Α′, θα διαδεχόταν στον θρόνο ο πρωτότοκος γιος του, Γεώργιος.
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος ήταν από μικρός εξαιρετικά δημοφιλής. Του άρεσαν η γυμναστική, τα γρήγορα αυτοκίνητα και η διασκέδαση. Ωστόσο το πάθος του Αλέξανδρου για τα αυτοκίνητα και την ταχύτητα του είχε κοστίσει ακριβά. Η ριψοκίνδυνη οδήγηση είχε ως αποτέλεσμα να τραυματιστεί πολλές φορές, ενώ είχε καταστρέψει τουλάχιστον 10 αυτοκίνητα. Μάλιστα κάποτε είχε πέσει από τη γέφυρα του Αμαρουσίου και είχε βγει ζωντανός, σαν από θαύμα, μέσα από έναν σωρό παλιοσίδερα.
Ωστόσο είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση για την ικανότητα του στην οδήγηση και συχνά έλεγε στους φίλους του: «Μπορεί να πεθάνω από ένα αγκάθι ποτέ όμως από ρόδα». Και πραγματικά από αγκάθι μπορεί να μην πέθανε αλλά ένα αιχμηρό δόντι ήταν αυτό που έστειλε στο θάνατο τον Αλέξανδρο.
Ο φίλος του Χρήστος Ζαλοκώστας (στενός φίλος του βασιλιά και νυμφευμένος με τη Ρωξάνη Μάνου, αδελφή της Ασπασίας) τον περιγράφει ως ένα μαθητή μέτριο στην στρατιωτική σχολή και ως άτομο που κατά τα νεανικά του χρόνια διακρινόταν για τον ατίθασο χαρακτήρα του, τις επιτυχίες του στο γυναικείο φύλο και την αγάπη του για τα αυτοκίνητα.
Ο Αλέξανδρος με τον πατέρα του Κωνσταντίνο
Ήπιος γενικά χαρακτήρας ένιωθε συχνά να τον καταπιέζει η αυλική εθιμοτυπία και είχε ροπή στα ξενύχτια και το τάβλι, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα για τις κρατικές υποθέσεις.
Ανέβηκε στο θρόνο στις 11 Ιουνίου 1917, ύστερα από την απομάκρυνση του πατέρα του και του Διαδόχου, πρίγκιπα Γεωργίου, από τις δυνάμεις της Αντάντ που είχαν καταλάβει τον Πειραιά και τον ισθμό της Κορίνθου και είχαν επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό στην Αθήνα, η οποία έζησε ημέρες πείνας, ενώ υπέστη και βομβαρδισμό.
Παρότι εξαναγκάστηκε να αποχωρήσει ο Κωνσταντίνος δεν παραιτήθηκε επίσημα από το αξίωμα του και δεν αποδέχθηκε ποτέ τον Αλέξανδρο ως βασιλιά. Άλλωστε είχε ήδη πει ότι ο Αλέξανδρος θα έπρεπε να βλέπει την βασιλική εξουσία ως μια παρακαταθήκη που κρατούσε κατά την απουσία του ίδιου κα του μεγαλύτερου αδελφού του. Ακόμα και η μητέρα του Σοφία στην αλληλογραφία μαζί του τον αποκαλούσε Πρίγκιπα Αλέξανδρο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στον τάφο του στο Τατόι αναγράφεται ως “Αλέξανδρος, βασιλόπαις της Ελλάδος, βασίλεψε αντί του πατρός αυτού”. Η έκφραση αυτή προσπαθεί να μειώσει το αξίωμα του Αλέξανδρου και δίνει έμφαση στην προσωρινότητα της θεσμικής αντιπροσώπευσης που είχε.
Αρχικά ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε εκφράσει την προτίμηση του προς τον νεότερο γιο του Κωνσταντίνου, τον ανήλικο τότε Παύλο και τον ορισμό Αντιβασιλέα. Όμως οι Μεγάλες Δυνάμεις επέτρεψαν στον Κωνσταντίνο να επιλέξει ο ίδιος το διάδοχό του.
Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος
Αν και ορκίστηκε Βασιλιάς, ακόμα και ο ίδιος ο Αλέξανδρος ανάλαβε τα καθήκοντά του με την πεποίθηση ότι εκτελούσε χρέη τοποτηρητή του θρόνου και ότι η προσωρινή ηγεμονία του θα έληγε με το τέλος του πολέμου και την επιστροφή του πατέρα του.
Στο διάγγελμα, δηλώνει τοποτηρητής του θρόνου με άπειρο σεβασμό στον εξόριστο πατέρα του, χωρίς νύξη για πόλεμο. Οι Σύμμαχοι θορυβούνται κι ο Αλέξανδρος (7/6), διευκρινίζει: «… πεποιθώς επί αγαθάς προθέσεις των Δυνάμεων, θα συνεργαθώ ειλικρινώς μετ’ αυτών, προς κατευνασμόν των πνευμάτων και επίτευξιν συμφιλιώσεως του Έθνους» (Εφημερίδα Κυβερνήσεως).
Αρχικά οι σχέσεις του με τον Βενιζέλο είναι ψυχρές. Τόσο που έχει λεχθεί πως ο Αλέξανδρος συνήθιζε να τον αποκαλεί σατανά (όπως όλη η βασιλική οικογένεια άλλωστε).
Περιγράφει (19/6/1917) ο Αλέξανδρος: «Ήρθε κρύος. Δεν του ’δωσα το χέρι στην ορκωμοσία, ούτε σήμερα. Άρχισε να μιλά με κακία: «Θα κάμετε τούτο, το άλλο… Εγώ θα κανονίζω τα πάντα Μεγαλειότατε. Σεις είσθε ανεύθυνος. Με μεταχειρίσθηκε σαν μαθητούδι. Ζύγωσε και μου έκανε μάθημα περί συνταγματικής βασιλείας, αγγλικού κοινοβουλευτισμού. Πίσω απ’ τα γυαλιά, τα μάτια του έδειχναν έχθρα. Τι να κάμω; Αυτός έχει δύναμη κι εγώ τίποτα».
Η ορκωμοσία του Βασιλιά Αλέξανδρου
Σ’ άλλη συνάντηση, ο βασιλιάς διαμαρτυρήθηκε για διώξεις αντιβενιζελικών.
-Βενιζέλος: «Αυτοί δεν είναι πολιτικοί, είναι εγκληματίες».
-Αλέξανδρος: «Κι αν είναι, δεν πρέπει να κατεβαίνετε στο επίπεδό τους; Έτσι δεν θα τελειώσουμε ποτέ».
-Βενιζέλος: «Μικροπολιτεύομαι, χαμηλώνομαι, γιατί ’κείνοι με αναγκάζουν. Δημιουργώ τη μεγάλη Ελλάδα, είσθε νέος, πρέπει να με βοηθήσετε. Αν κάνετε το καθήκον σας, θα σας υποστηρίξω. Ειδ’ άλλως…» τον περίμενε… Ελβετία (Ζαλοκώστας).
Ωστόσο με την πάροδο του χρόνο συμφιλιώνονται και ο Αλέξανδρος φτάνει να υποστηρίζει την πολιτική του Βενιζέλου. Τον Ιανουάριου του 1919 μάλιστα, σε λόγο του καλούσε τους στρατιωτικούς να μη συνομωτούν εις βάρος της κυβέρνησης.
Ο Αλέξανδρος γνώριζε την Ασπασία από χρόνια, όταν εκείνη παιδί ακόμα έπαιζε με την αδελφή του πριγκίπισσα Ελένη. Η Ασπασία γεννήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1896 και ήταν κόρη του αξιωματικού του Ιππικού Πέτρου Μάνου και της Ελένης Αργυροπούλου, εγγονής του πανεπιστημιακού και μετέπειτα υπουργού Περικλή Αργυρόπουλου.
Η οικογένεια ανήκε στους αριστοκρατικούς κύκλους της εποχής, ενώ από τις δύο πλευρές είχε ρίζες Φαναριώτικες (με απώτερη καταγωγή από την Καστοριά της Μακεδονίας), που έφθαναν μέχρι τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Η μητέρα της είχε διαζευχθεί τον Πέτρο Μάνο, από τον οποίο είχε αποκτήσει και μία άλλη κόρη, τη Ρωξάνη. Πολύ αργότερα ο Μάνος θα νυμφευτεί -για δεύτερη φορά- μία καλλονή της Αθήνας, τη Σοφία Τομπάζη, εγγονή του Γεωργίου Τομπάζη. Απέκτησαν την -κατά είκοσι χρόνια νεότερη- ετεροθαλή αδελφή της Ασπασίας, την κορυφαία χορογράφο Ραλλού Μάνου.
Το 1915, στα 19 της, η Ασπασία Μάνου επιστρέφει στην Ελλάδα μετά από σπουδές στο εξωτερικό. Το νεαρό κορίτσι έχει μεταμορφωθεί σε μια πανέμορφη δεσποινίδα, καλλιεργημένη και σοβαρή.
Ασπασία Μάνου
Τον Ιανουάριο του 1915, συναντήθηκε με τον πρίγκιπα, ακόμα, τότε Αλέξανδρο σε ένα δείπνο στο σπίτι του σταυλάρχη Υψηλάντη και ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος. Όμως, εκείνη τον κρατούσε σε απόσταση παρόλο που έτρεφε έντονα συναισθήματα, περιμένοντας να δει αν όντως οι προθέσεις του ήταν ειλικρινείς. Μάλιστα, τον απέφευγε συστηματικά και προσπαθούσε να μην μένει ποτέ μόνη μαζί του.
Το ίδιο καλοκαίρι, ο Αλέξανδρος ζήτησε από τον φίλο του Ζαλοκώστα να πάνε μαζί στις Σπέτσες, όπου η Ασπασία παραθέριζε. Καθημερινά την συνόδευαν μαζί στο μπάνιο της, μέχρι που μια μέρα κατάφερε να κερδίσει χρόνο μαζί της. Προσπάθησε να τη φιλήσει, όμως, η μετρημένη Ασπασία του έδειξε επιτακτικά την πόρτα, λέγοντάς του: «Πηγαίνετε, Υψηλότατε!». Τότε ο πρίγκιπας ζήτησε την βοήθεια της αδερφής του της Ελένης, που ήταν και η μόνη από την οικογένεια που έβλεπε με καλό μάτι αυτή την ιστορία.
Η Ελένη άρχισε να καλεί την Ασπασία σε περιπάτους στους οποίους διακριτικά παρευρισκόταν και ο Αλέξανδρος. Το Σεπτέμβριο του 1916, εκείνος έκανε το μεγάλο βήμα και της εξομολογήθηκε τα συναισθήματά του.
Λίγους μήνες μετά, ο Κωνσταντίνος Α΄ εκθρονίζεται και ο Αλέξανδρος έγινε βασιλιάς. Τα πράγματα για το ζευγάρι γίνονται πια εξαιρετικά δύσκολα. Μια κοινή θνητή, έστω και από καλή οικογένεια, δεν θα μπορούσε ποτέ να παντρευτεί έναν βασιλιά.
Η κυβέρνηση, ο Ελευθέριος Βενιζέλος που τότε ήταν πρωθυπουργός, ο στρατός και η βασιλική οικογένεια δεν ήθελαν με τίποτα αυτό τον γάμο.
Ο Βενιζέλος δεν αντιπαθούσε την Ασπασία, μάλλον το αντίθετο, όμως, φοβόταν πως αυτός ο γάμος θα είχε ως αποτέλεσμα να χάσει τον θρόνο ο Αλέξανδρος, πράγμα που θα έδινε την ευκαιρία στον εξόριστο Κωνσταντίνο να επιδιώξει την επιστροφή του. Για αυτό προξένευε στον Αλέξανδρο την πριγκίπισσα της Αγγλίας ενώ ταυτόχρονα του ζητούσε να στείλει την Ασπασία να εργαστεί σε νοσοκομείο εκστρατείας.
Ασπασία και Αλέξανδρος
Ο Αλέξανδρος πιέζεται από παντού. Η Μάνου έχει πειστεί ότι χάνει τον άντρα που αγαπάει. Ο Αλέξανδρος, όμως, σπάνιος και έντιμος άνδρας και παρά την προτροπή του Πρωθυπουργού να ταξιδέψει, έστω για λίγο, η Ασπασία στο εξωτερικό και να λησμονηθεί κάπως το ζήτημα, επιμένει. Φτάνει να απειλήσει τον Βενιζέλο με παραίτηση από το θρόνο. Μπορώ να παραβώ το λόγο της τιμής μου επειδή έγινα βασιλιάς, του τονίζει. Άλλωστε εσείς καταγγέλλατε τον παππού μου και τον πατέρα μου ότι πήραν ξένες…
Προσπαθεί δυο φορές χωρίς επιτυχία να παντρευτεί την εκλεκτή της καρδιάς του. Την πρώτη φορά ο ιερέας αρνείται με την δικαιολογία ότι δεν έχει την άδεια του μητροπολίτη του ενώ τη δεύτερη ο ιερέας απλά εξαφανίζεται.
Τον Νοέμβριου του 1919 ο Βενιζέλος βρίσκεται στο Παρίσι και ο Κωνσταντίνος παραμένει εξόριστος στην Ελβετία. Η στιγμή μοιάζει ιδανική. Ένα βράδυ πηγαίνει στο σπίτι του φίλου Ζαλοκώστα στη Κηφισιά και ειδοποιούν τον αρχιμανδρίτη Ζαχαρία των ανακτόρων να προσέλθει για να τελέσει βάφτιση. Εκεί ο αρχιμανδρίτης διαπιστώνει έκπληκτος ότι δεν πρόκειται για βάφτιση αλλά για τον γάμο του Αλέξανδρου και της Ασπασίας. Διαμαρτύρεται ότι δεν έχει την άδεια του αρχιεπισκόπου αλλά ο Αλέξανδρος του αντιτείνει ότι έχει την άδεια του βασιλιά. Τότε ο ιερέας ισχυρίζεται ότι δεν έχει τα σωστά άμφια για την τέλεση του γάμου.
Ο Αλέξανδρος καταφεύγει, στο παρεκκλήσι του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», παρεκκλήσι που ήταν δωρεά της γιαγιάς του, βασίλισσας Όλγας, και ζητάει «δανεικά» άμφια για την τέλεση του μυστηρίου, λέγοντας ψέματα ότι πρόκειται για θεία μετάληψη! Επιστρέφει στην Κηφισιά ωστόσο ο αρχιμανδρίτης εξακολουθεί να αρνείται. Τελικά ο Αλέξανδρος τον πείθει. Στο γάμο παρευρίσκονται μόνο έξη άτομα: Ο Αλέξανδρος, η Ασπασία, η μητέρα και η αδελφή της και οι φίλοι του Αλέξανδρου, Ζαλοκώστας και Σοφιανός. Ο γάμος τελείται χωρίς καθόλου ετοιμασίες, κανονιοβολισμούς και προσκεκλημένους.
Βασιλιάς Αλέξανδρος
Μετά τον γάμο ο Αλέξανδρος στέλνει ενημερωτικό τηλεγράφημα στον Βενιζέλο. Αυτός με τη σειρά θέλοντας να μην έρθει σε ολική ρήξη μαζί του έθεσε όρους: Ο γάμος να παραμείνει μυστικός, ο τίτλος της βασίλισσας να μην δοθεί στην Ασπασία και η τελευταία να φύγει στο εξωτερικό για ένα διάστημα. Πράγματι το ζευγάρι συνέχισε να ζει χωριστά. Ο φόβος τους ήταν όι εφόσον δεν είχε ανακοινωθεί ο γάμος, αν έμεναν μαζί θα έλεγε ο κόσμος οτι έβαλε στα ανάκτορα την ερωμένη του.
Τον Φεβρουάριο του 1920 ο Αλέξανδρος πραγματοποιεί ένα μεγάλο ταξίδι στη Μακεδονία. Τότε ήταν που, προς τιμήν του η πόλη Δεδέαγατς της Θράκης, μετονομάστηκε σε Αλεξανδρούπολη.
Ωστόσο κατά την απουσία του, η μητέρα της Ασπασίας αποπειράται να επιβάλει την κόρη της και εγκαθίστανται μαζί στα ανάκτορα της Ηρώδου Αττικού. Ξεσπάει σκάνδαλο, δυο αξιωματικοί του παλατιού παραιτούνται και η κυβέρνηση ζητάει από την Ασπασία να αποχωρίσουν.
Ένα μήνα μετά φεύγουν στο Παρίσι. Από εκεί η μητέρα της γράφει στον Βενιζέλο: “Είναι η σύζυγος του Βασιλιά. Και εδώ και τρία χρόνια ήταν εις γνώση όλων μας, η μνηστή του. Αγαπητέ μου πρόεδρε, υπολογίζω σε εσάς για να βάλετε τα πράγματα στη θέση τους”. Λίγες μέρες μετά ακολουθεί επιστολή της Ασπασίας: Πρωταρχική έννοια μας ήταν να αποφευχθεί κάθε ενόχληση σε εσάς και στη κυβέρνηση σε αυτή τη ζωτική στιγμή για το έθνος. Καταλαβαίνετε πως αυτός ο χωρισμός έκανε και τους δυο να υποφέρουμε”. Ο γάμος παραμένει κοινό μυστικό, ωστόσο έξι μήνες μετά ο Αλέξανδρος παρακάμπτει τον Βενιζέλο και δημοσιοποιεί την είδηση.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1920 γιορτάζεται με μεγάλη λαμπρότητα στην Αθήνα η υπογραφή της συνθήκης των Σερβών, σύμφωνα με την οποία παραχωρούνται στην Ελλάδα Δυτική Θράκη, τα νησιά του ανατολικού αιγαίου και η ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης.
Αλέξανδρος και Βενιζέλος
Τρεις ημέρες αργότερα ξημερώνει η 17η Σεπτεμβρίου (30 Σεπτεμβρίου με το νέο ημερολόγιο). Ο καιρός είναι σχεδόν καλοκαιρινός στην Αττική. Ο Αλέξανδρος ξυπνάει πάντα πολύ νωρίς και αρχίζει την πρωινή του ρουτίνα. Πρώτα σκληρή γυμναστική. Στα είκοσι επτά του χρόνια η κράση του είναι «σιδερένια».
Μετά πηγαίνει στο δάσος με την μοτοσικλέτα και τον Φρίτς, ένα γερμανικό λυκόσκυλο που του είχαν χαρίσει. Στη μία το μεσημέρι ο Αλέξανδρος έχει κανονίσει να πάει στην Κηφισιά, στο σπίτι του φίλου και κουμπάρου του Ζαλοκώστα για να γευματίσουν με την Ασπασία. Προς στιγμήν ταλαντεύεται. Να πάει από τόσο νωρίς στην Κηφισιά ή να κάνει ακόμη μερικές βόλτες στο ευωδιαστό δάσος με τη μηχανή του και τον Φριτς;
Αποφασίζει να συνεχίσει και κατευθύνεται προς το αγρονομείο 22 του κτήματος, το οποίο διευθύνει από παλιά ένας Βερολινέζος, ο Στουρμ. Ο αγρονόμος δεν είναι στο γραφείο και έτσι σπεύδει προς την κατοικία του, τη «Βίλα Στουρμ», όπως την έλεγαν, όπου σίγουρα θα βρίσκεται ο Γερμανός με τη γυναίκα του.
Ο Αλέξανδρος τους ψάχνει, διότι στο σπίτι τους έχουν πάντα πλήθος ξένα περιοδικά και ιδίως αυτά με φωτογραφίες αυτοκινήτων. Με τη μοτοσικλέτα του κατευθύνεται προς τη «Βίλα», σταματάει λίγο πριν και κατεβαίνει, ανησυχώντας διότι ξαφνικά αντιλαμβάνεται ότι ο Φριτς δεν τον ακολουθεί πια.
Πορεύεται πεζός προς την κατοικία Στουρμ και μένει κεραυνοβολημένος. Η σκηνή και οι φωνές που ακούει θυμίζουν ταινία τρόμου, άγρια γαβγίσματα και ανατριχιαστικά τσιρίγματα από μικρό ζώο. Βλέπει μέσα από τους θάμνους το λυκόσκυλο του έξαλλο, να έχει αρπάξει, έτοιμο να κατασπαράξει, μία μαϊμού, δεμένη έξω από την κατοικία Στουρμ.
Ο Αλέξανδρος επεμβαίνει για να σώσει και τον σκύλο του και τη μαϊμού. Προς στιγμήν φάνηκε να το κατορθώνει. Αστραπιαία με το χέρι του αρπάζει τον Φριτς από τον λαιμό και με το άλλο κρατάει τη μαϊμού έτοιμος να την εκσφενδονίσει μακριά από τον κίνδυνο. Αλλά ο κίνδυνος ελλοχεύει πίσω από τον Αλέξανδρο. Ακούει ένα γρύλισμα. Στο πεδίο της μάχης εισέρχεται ο αρσενικός πίθηκος, ο Μόριτς, για να σώσει το ταίρι του, ο οποίος με μανία δαγκώνει την αριστερή γάμπα του Αλέξανδρου (τη γαστροκνημία όπως ονομάζεται στην ιατρική). Ο Αλέξανδρος γυρίζει και προσπαθεί να απομακρύνει με το χέρι του τον Μόριτς, οπότε ο πίθηκος, εξαγριωμένος, του δαγκώνει και το χέρι. Ο Αλέξανδρος αισθάνεται τρομερούς πόνους από τις πληγές.
Βασιλιάς Αλέξανδρος με το σκύλο του Φριτς
Ευλόγως θα αναρωτηθούμε πώς βρέθηκαν οι πίθηκοι στο Τατόι; Την απάντηση την βρίσκουμε στην αγγλική έκδοση των απομνημονευμάτων του βασιλόπαιδος Χριστοφόρου όπου μας πληροφορεί πως ενώ καθόταν σε ένα μικρό καφενείο στην Κηφισιά μαζί με την παρέα του, αναπάντεχα «προσγειώθηκε» στο κεφάλι του ένας πίθηκος. Αφού «έγιναν φίλοι» ζήτησε από τον ιδιοκτήτη του να τον αγοράσει. Αυτός γνωρίζοντας την ταυτότητα του υποψηφίου αγοραστή, ζήτησε ένα αστρονομικό ποσό. Ο Χριστόφορος φυσικά δεν δέχτηκε και ο Μάρκος – έτσι ονομαζόταν ο πίθηκος – παρέμεινε στην ταπεινή του κατοικία… Όχι όμως για πολύ. Την επόμενη ημέρα ο πατέρας της Ασπασίας – ο Πέτρος Μάνος – αφού κατάφερε να αγοράσει τον πίθηκο πολύ πιο φθηνά από το αρχικό ποσό που απαιτούσε ο ιδιοκτήτης του, τον προσέφερε στον βασιλόπαιδα Χριστόφορο. Έτσι ο Μάρκος ανέβηκε τα «υψηλά σκαλοπάτια» των Ανακτόρων και έγινε «πριγκιπικός πίθηκος»! Απόγονοι του Μάρκου ήσαν αυτοί που βρισκόντουσαν έξω από την οικία Στουρμ.
Και ο μεν βασιλόπαις Χριστόφορος είχε την προνοητικότητα να έχει τον Μάρκο δεμένο, το ζεύγος Στουρμ έκανε το λάθος να έχει τον θηλυκό πίθηκο, τον Μαρξ, δεμένο, ενώ ο αρσενικός ο Μόριτς ήταν ελεύθερος.
O Μιλτιάδης Μάλαινος αναφέρει για τους πιθήκους αυτούς στο βιβλίο του «Αλέξανδρος ο βασιλιάς με το ακάνθινο στέμμα»: «Εις δε την οικίαν Στουρμ εφιλοξενενούντο οι δύο πίθηκοι – ο ένας άρρην και ο άλλος θήλυς – δια τα παιγνίδια των οποίων μετά του Βασιλέως εκάμαμεν ήδη, εις άλλον κεφάλαιον της αφηγήσεώς μας λόγον. Ο ένας από τους πιθήκους αυτούς – ο θήλυς – ήτο δεμένος. Ο άλλος έμεινεν ελεύθερος χωρίς να διακρίνεται εννοείται δια την φρονιμάδα του. Επανειλημμένως είχε προξενήσει ζημίας σοβαράς εις το Τατόϊ. Κάποτε δε ολίγον έλειψε να καταβροχθίση το μικρό παιδάκι του ακολούθου του Βασιλέως. Το παρελθόν του το αναγόμενον εις παλαιότερον χρόνον, όταν ανήκεν εις την ιδιοκτησίαν μιας οικογενείας της Κηφισσιάς, από την οποίαν τον ηγόρασεν ο πρίγκηψ Νικόλαος και τον εγκατέστησεν εις το Τατόϊ, δεν ήτο ολιγώτερον κακόν. Ο άλλοτε εξιωματικός του Ναυτικού μάλιστα και ήδη βουλευτής Ρεδιάδης, έβγαλε μίαν ημέραν το πιστόλι του – κατόπιν μεγάλης καταστροφής που επροξένησε – και το εσκόπευσε. Θα τον εφόνευε δε έκτοτε ασφαλώς- διότι ήτο και άριστος σκοπευτής – εάν δεν εκράτει την χείρα του ο ήδη Ναύαρχος Πανάς. Συμπτώσεις!…»
Αν ήσαν και οι δύο πίθηκοι ελεύθεροι το πιο πιθανό ήταν να είχαν βρει καταφύγιο στα δέντρα για να γλυτώσουν από την επίθεση του Φριτς, ενώ αν ήσαν δεμένοι, ο αρσενικός ο Μόριτς, θα ήταν ορατός και δεν θα είχε την ίδια ελευθερία κινήσεων ώστε να επιτεθεί πισώπλατα στον Αλέξανδρο, καθώς αυτός είχε σκύψει για να διασώσει τον δεμένο θηλυκό πίθηκο, που ήταν θύμα της εχθρικής μανίας του σκύλου του.
Αμέσως μετά ο Αλέξανδρος τηλεφώνησε στον έμπιστό του υπολοχαγό Στέφανο Μεταξά, από τον οποίο ζήτησε να φέρει γιατρό με επιδεσμικό υλικό. Ο Κωνσταντίνος Μέρμηγκας, διακεκριμένος καθηγητής της χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών με σπουδές στη Γερμανία, έφτασε στο Τατόι και εξέτασε τα τραύματα του βασιλιά παρουσία και της Ασπασίας Μάνου, η οποία έχει ειδοποιηθεί από το σπίτι του Χρήστου Ζαλοκώστα και είχε καταφθάσει ανήσυχη. Ο Μέρμηγκας έπλυνε τα τραύματα με οινόπνευμα και βενζίνη, που εθεωρείτο άριστο αντισηπτικό και συμμάζεψε τις πολτοποιημένες μυικές μάζες με γάζες εμποτισμένες σε ιώδιο, αλλά δεν θεώρησε τον καυτηριασμό αναγκαίο, πιστεύοντας ότι πρόκειται για ένα συνηθισμένο τραύμα. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να κάνει σε μιαν εποχή που δεν υπήρχαν αντιβιοτικά.
Ο ίδιος ο βασιλιάς ζήτησε το παράξενο αυτό περιστατικό να μη δημοσιευτεί. Οι πληγές ωστόσο είχαν μολυνθεί και το ίδιο βράδυ ο βασιλιάς ανέβασε πυρετό. Λίγες ημέρες αργότερα εμφανίστηκαν φλεγμονές και οι πληγές, αντί να κλείσουν, είχαν επεκταθεί. Καλούνται επτά από τους σπουδαιότερους Έλληνες καθηγητές ιατρικής της εποχής (Σάββας, Φωκάς, Αναγνωστόπουλος, Λιβιεράτος, Σακόρραφος, Μπένσης και Γερουλάνος) για να δώσουν λύση.
Ο Σάββας εντοπίζει με μικροσκόπιο στο πύον, που αναβλύζει από τις πληγές, το βακτήριο του στρεπτόκοκκου. Ο Φωκάς προτείνει ο βασιλιάς να ακρωτηριαστεί, αλλά η πρότασή του απορρίπτεται από την Ασπασία Μάνου, ενώ και οι ίδιοι οι ιατροί είναι διστακτικοί προς μια τέτοια λύση.
Μετά από λίγες ημέρες και με εντολή του Βενιζέλου, ο οποίος έχει ενημερωθεί και αγωνιά για την υγεία του βασιλιά, καλούνται στην Ελλάδα δύο διαπρεπέστατοι Γάλλοι ιατροί (Βιντάλ και Ντελμπέ), οι οποίοι όμως εξηγούν, ότι ο ακρωτηριασμός πλέον είναι άσκοπος, αφού η μόλυνση έχει επεκταθεί και ότι ο βασιλιάς είναι καταδικασμένος σε θάνατο. Ο Βενιζέλος τον επισκέπτεται καθημερινά και προσπαθεί να τον εμψυχώσει και να του δώσει κουράγιο.
Ξημερώνει η 12η Οκτωβρίου 1920. Η φύση στο Τατόι είναι πια φθινοπωρινή. Στο Παλάτι όλοι, γιατροί, υπασπιστές και το προσωπικό, κινούνται αργά, όπως σε και αθόρυβα ωσάν να θέλουν να μην ταράξουν τις τελευταίες στιγμές ζωής του Αλέξανδρου.
Το πρωί της 12ης Οκτωβρίου ο Αλέξανδρος δεν ξυπνάει για λίγο όπως τις προηγούμενες μέρες, αλλά συνεχίζει τα νυκτερινά παραληρήματά του. Η αναπνοή του είναι πολύ δύσκολη, τα χείλη του σαλεύουν. Κάτι θέλει να πει. Οι γιατροί και οι φίλοι του πλησιάζουν αθόρυβα και αφουγκράζονται. Με μισοσβησμένη φωνή ο Αλέξανδρος περιγράφει το όνειρο που βλέπει. Όλοι έχουν παγώσει. Καθώς το περιγράφει, η φωνή του γίνεται λίγο καθαρότερη. Βλέπει ένα ποτάμι. Στην απέναντι όχθη στέκεται όρθιος ο παππούς του, ο βασιλιάς Γεώργιος Α’, ο αγαπημένος του Αλέξανδρου. Με κάπως πιο δυνατή φωνή περιγράφει τη συνομιλία τους. Του λέει ο παππούς του: «…Έλα, παιδί μου. Ήρθε η ώρα να σε πάρω…» Και ο Αλέξανδρος μέσα στο όνειρό του απαντάει: «Ναι, παππού, έρχομαι… Μόνο που θα ήθελα πριν φύγουμε να γνωρίσεις την Ασπασία…» Με το αυτί της κοντά στα χείλη του η Ασπασία τα ακούει. Δεν αντέχει άλλο και σωριάζεται με αναφιλητά σε μία καρέκλα δίπλα του. Είναι πια ένα ανθρώπινο ράκος.
Η Ασπασία που είναι έγκυος τεσσάρων μηνών, δεν έχει λείψει στιγμή από το πλευρό του και με τους φίλους του αποφασίζουν να φέρουν έναν ιερέα να τον μεταλάβει. Εκείνη όμως επιμένει ότι δεν πρέπει ο Αλέξανδρος να καταλάβει, έστω και την τελευταία στιγμή, ότι του δίνεται η θεία μετάληψη. Καταφεύγουν σε μία μικρή σκηνοθεσία: πίσω από το κρεβάτι του στήνεται ένα παραβάν για να κρύψει τον ιερέα, ο οποίος ψιθυρίζει τις ευχές. Η Ασπασία παίρνει από τα χέρια του το κουταλάκι με τη μετάληψη και ανοίγοντας προσεκτικά τα χείλη του Αλέξανδρου, του λέει δυνατά στο αυτί: «…Πιες, σε παρακαλώ, το φάρμακο σου…»
Μετά το παραλήρημα για τον παππού του, ο Αλέξανδρος βυθίζεται για λίγο. Και ξαφνικά το παραλήρημα ξαναρχίζει με κάπως πιο δυνατή φωνή, διότι τώρα είναι πολεμικό, ηρωικό! Ο βασιλεύς ονειρεύεται πόλεμο, τον πόλεμο της Θράκης, που υπήρξε για αυτόν η τελευταία γεύση δόξας. Βλέπει την ηρωική απόβαση των Ελλήνων στα παράλια της Ραιδεστού. Η φωνή του δυναμώνει: «…Ασπασία…» φωνάζει, «…νικάμε…» Κι έπειτα ψελλίζει: «…Πού είναι ο Μελάς;» Μελάς είναι ο Βασιλάκης Μελάς, ένας εκ των υπασπιστών του. «…Να μου φέρει ο Μελάς το τελευταίο πολεμικό ανακοινωθέν…»
Τρέχουν οι άλλοι φίλοι, βρίσκουν τον Μελά και τον παρακαλούν να φτιάξει από το μυαλό του κάτι σαν πολεμικό ανακοινωθέν. Η Ασπασία βλέπει ότι ο Αλέξανδρος κινεί ακόμη τα χείλη του. Της λέει: «…Ασπασία, έλα κοντά μου…» Κολλάει το αυτί της στο στόμα του. Ακούει την τελευταία του επιθυμία, γυρίζει και κοιτάζει τους γύρω εμβρόντητη. «…Ο βασιλεύς ζητάει τον πιστό του οδηγό, τον Μήτσο!»
Τρέχουν όλοι και βρίσκουν τον Μήτσο μέσα στο Παλάτι. Ο οδηγός, ένας αγαθός γίγαντας, συντετριμμένος, γονατίζει δίπλα στο κρεβάτι, οπότε φωνάζουν δυνατά στον Αλέξανδρο: «…Εδώ είναι ο Μήτσος, σας ακούει…» Τα τελευταία του λόγια μόλις ακούγονται. «Μήτσο, το αυτοκίνητο είναι έτοιμο;» «…Πάντα έτοιμο, Μεγαλειότατε…» «…Έχεις καλά φώτα;» Ο Μήτσος τα χάνει. Γυρίζει και κοιτάζει την Ασπασία. Και αυτή του κάνει νόημα να λέει συνέχεια «ναι». «…Έχω καλά φώτα, Μεγαλειότατε…» Μέσα στη βύθιση το πρόσωπο του Αλέξανδρου παίρνει μιαν ανεπαίσθητη έκφραση ικανοποιήσεως. «Μήτσο, ετοίμασε το αμέσως, θα πάμε μακρινό ταξίδι…» Και αμέσως τα χείλη του ψιθυρίζουν: «…Μήτσο, πάρε το τιμόνι. Κουράστηκα πια…»
Η Ασπασία Μάνου δίπλα στον νεκρό βασιλέα στο Τατόι.
Η ώρα είναι τρεισήμισι το απόγευμα. Η φωνή, αυτό το προθανάτιο ψιθύρισμα, έχει πια σβήσει. Η Ασπασία σκύβει και τον φιλάει στα χείλη, που της φαίνονται πια παγωμένα. Η αναπνοή του σταματάει, το κεφάλι του γέρνει στο πλάι, για τελευταία φορά.
Η διατύπωση του τελευταίου ιατρικού δελτίου της 12ης Οκτωβρίου που ανήγγειλε το θάνατο του βασιλιά Αλέξανδρου ήταν πολύ άκομψη, μοναδική στη νεότερη ελληνική ιστορία: «Μετά βραχείαν αγωνίαν, καθ′ην η Αυτού Μεγαλειότης κατελήφθη υπό σπασμωδικών κινήσεων του προσώπου, εξέπνευσε περί ώραν 4ην και 12 λεπτά μετά μεσημβρίαν».
Ο πιστός οδηγός του ο Μήτσος, το επίθετο Φουγαλάς, παρέμεινε για λίγο στο Παλάτι και, συντετριμμένος σε μία γωνιά, χτύπαγε το κεφάλι του. Επαναλάμβανε μία από τις τελευταίες κουβέντες του ετοιμοθάνατου βασιλιά: «…Θα πάμε, Μήτσο, μακρινό ταξίδι…» Ο βασιλεύς τον ήθελε μαζί του μέχρι το τέλος. Αλλόφρων και δυστυχής, ο Μήτσος γύρισε σπίτι του και αυτοκτόνησε! Θεώρησε ότι το ύστατο καθήκον του ήταν να ακολουθήσει το αγαπημένο του αφεντικό. Συντετριμμένος από το θάνατο του βασιλιά, έδωσε τέλος στη ζωή τους και ο γεωπόνος Στουρμ, που θεώρησε τον εαυτό του υπαίτιο για το συμβάν.
Η βασιλική οικογένεια στη Λουκέρνη της Ελβετίας πληροφορήθηκε τον θάνατο την άλλη μέρα το πρωί. Το σχετικό τηλεγράφημα είχε φθάσει από το βράδυ της 12ης στη Λουκέρνη, αλλά ο ανακτορικός γιατρός σε συμφωνία με τον πρίγκιπα Νικόλαο, αδελφό του βασιλιά Κωνσταντίνου, δεν ήθελαν να το ανακοινώσουν νύχτα στον Κωνσταντίνο και στη Σοφία.
Αργά το απόγευμα της 12ης Οκτωβρίου, η κυβέρνηση εκδίδει και δημοσιεύει «διάγγελμα επί τω θανάτω του Βασιλέως Αλεξάνδρου» : «Προς τον λαόν. Μετά βαθυτάτης οδύνης το Υπουργικόν Συμβούλιον αγγέλλει εις τον λαόν τον θάνατον της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως Αλεξάνδρου, επελθόντα σήμερον, ώραν 4ην και 10′ μ.μ. Την οδύνην καθιστά οξυτέραν όχι μόνον τον νεαρόν της ηλικίας του αγαθού Βασιλέως, αλλά και το ότι δεν επέζησε να βασιλεύση Ελλάδος, ήτις τοσούτον εμεγαλύνθη επί των ημερών αυτού…».
Στο μεταξύ η γιαγιά του Αλέξανδρου, η βασίλισσα Όλγα, βρισκόταν καθ′ οδόν μέσω Ιταλίας για να προλάβει τον Αλέξανδρο εν ζωή, καθώς ήταν το μέλος της οικογένειας στο οποίο η κυβέρνηση είχε δώσει άδεια να έλθει στην Αθήνα. Η Όλγα επιβιβάσθηκε στην Ιταλία σε ένα μικρό ιδιωτικό κότερο, το οποίο όμως συνάντησε στην Αδριατική σφοδρή τρικυμία και καθυστέρησε πολύ.
Η γιαγιά έφθασε στο Τατόι είκοσι τέσσερις ώρες μετά τον θάνατο του εγγονού της. Τον είχαν ταριχεύσει και ντύσει με μεγάλη στολή. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο και ωραίο. Η βασίλισσα Όλγα μόλις έφτασε στα Ανάκτορα είπε στον ιατρό Σάββα που ήταν παρών: «Σε ευχαριστώ εγώ και η Βασιλική Οικογένεια ολόκληρη, για τους κόπους τους οποίους κατέβαλες για τον εγγονό μου επί τόσες ημέρες. Αλλά γιατί δεν τον κρατήσατε μία μέρα ακόμα στη ζωή, για να τον δω ζωντανό, αφού τον άφησα παιδί και τον βρίσκω τόσο μεγάλο και ωραίο; Πως σας έφυγε αυτός ο άγγελος από τα χέρια σας;» Έπειτα ψιθύρισε: «…Τι ωραίος που είναι ο Αλέξανδρος μου…» και προσέθεσε: «…Το παιδί μου θ′ αναπαυθεί στον Παράδεισο… Το παιδί μου ήταν καλό…»
Στον προθάλαμο του παλατιού στέκεται το προσωπικό αμίλητο και χωρικοί που δουλεύουν στα βασιλικά κτήματα και κάτοικοι του Μενιδίου, όλοι με τα ρούχα της δουλειάς και λασπωμένα παπούτσια. Μερικοί από το προσωπικό ζητούν από την Ασπασία να μπουν στο δωμάτιο να στολίσουν τον νεκρό, εκείνη όμως δεν τους αφήνει. Θα το κάνει μόνη της. Της φέρνουν από τον κήπο τριαντάφυλλα, ντάλιες κι ένα γνησίως ελληνικό φυτό, τα ρείκια.
Την επόμενη ημέρα, το πρωί, σύσσωμο το Υπουργικό Συμβούλιο με επικεφαλής τον Βενιζέλο ανεβαίνει στο Τατόι. Η Ασπασία κατεβαίνει στο σαλόνι του ισογείου και τους υποδέχεται με τα ίχνη της ξαγρύπνιας και της οδύνης στο πρόσωπό της. Τη συλλυπούνται με σεβασμό, διότι τώρα πια είναι για αυτούς η χήρα του βασιλέως. Ο Βενιζέλος κάνει ένα βήμα μπροστά. Η έκφρασή του είναι σοβαρή με κάποια γλυκύτητα στη φωνή, καθώς απευθύνεται στην πονεμένη γυναίκα:
«Κυρία, Λόγω του θανάτου του βασιλέως, το Υπουργικό Συμβούλιο σας εκφράζει τα ειλικρινέστατα συλλυπητήριά του. Δεν σκέπτομαι να σας απευθύνω κούφια λόγια παρηγοριάς. Σε μία τόσο τρομερή δυστυχία δεν μπορούμε να επικαλεσθούμε παρά μόνο την παρηγοριά του Θεού. Σας παρακαλώ μονάχα να πιστέψετε ότι ο πόνος του λαού για τον χαμό του καλού μας βασιλιά είναι τόσο βαθύς, όσο βαθιά είναι και η συμπάθεια που τρέφει προς εκείνη η οποία, έχοντας μοιραστεί την ευτυχία του στη σύντομη ζωή του, χτυπήθηκε πρόωρα από μία τόσο σκληρή δυστυχία».
Η Ασπασία κοίταξε τον Βενιζέλο και τους υπουργούς και με τη φωνή πνιγμένη από έναν λυγμό, απάντησε: «…Ευχαριστώ απεριόριστα το Υπουργικό Συμβούλιο για τα συλλυπητήριά του…».
Η σορός του Αλέξανδρου στον Μητροπολιτικό ναό κατά το λαϊκό προσκύνημα.
Λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του, βασιλεύς κηδεύθηκε, αφού προηγήθηκε λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη. Το τιμητικό άγημα αποτελείτο από ναύτες που έσυραν τον παραδοσιακό κιλίβαντα με την ελληνική σημαία, ενώ στο πρόσθιο μέρος του κιλίβαντα είχαν τοποθετήσει άσπρα λουλούδια.
Παραστάτες του αγήματος ήταν Εύζωνοι της Ανακτορικής Φρουράς, και κατά τα καθιερωμένα της εποχής πίσω από τον κιλίβαντα ακολουθούσε το άλογο του Αλέξανδρου. Ο Αλέξανδρος τάφηκε στο Τατόι κοντά στον τάφο του αγαπημένου του παππού, βασιλέως Γεωργίου Α′.
Πολλοί ιστορικοί ωστόσο εκτιμούν πως αν δεν έχανε έτσι την ζωή του η μικρασιατική εκστρατεία θα είχε πάρει διαφορετική τροπή. Κάτι που αξίζει να σημειωθεί αναγνώρισε και ο Τσόρτσιλ ο οποίος έλεγε ότι το δάγκωμα μιας μαϊμούς οδήγησε στο θάνατο ένα εκατομμύριο Έλληνες και την εξαφάνιση του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και του Πόντου.
Η σύντομη βασιλεία του ήταν υποδειγματική. Κινούμενος μέσα στα συνταγματικά πλαίσια των καθηκόντων του, απέφυγε να να αναμιχθεί στην ενεργό πολιτική, παρά τις πιέσεις του εξόριστου στην Ελβετία Κωνσταντίνου. Αντιλαμβανόμενος τη ζημία που θα επέφερε στα εθνικά συμφέροντα η πιθανή αναζωπύρωση του εθνικού διχασμού, αλλά και τον ουσιαστικό κίνδυνο που διέτρεχε ο βασιλικός θεσμός, στήριξε όλες τις κοινοβουλευτικές αποφάσεις και τις επιλογές του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου. Το γεγονός αυτό, καθώς και το ότι ήταν ο μοναδικός μονάρχης που πήρε Ελληνίδα σύζυγο, τον κατέταξε ως τον πλέον συμπαθή στον Ελληνικό λαό.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Βλάση Αγτζίδη, «ο Αλέξανδρος επανέφερε τον φιλοβρετανικό προσανατολισμό του παππού του με αποτέλεσμα να υπάρχει για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια συναντίληψη της μοναρχίας και του πρωθυπουργού».
Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου ο Βενιζέλος προκηρύσσει εκλογές. Πράγμα που αποδεικνύεται ολέθριο λάθος γιατί ο λαός φτάνει σε αυτές κουρασμένος από τον πόλεμο καθώς και με το δίλημμα Κωνσταντίνος ή Βενιζέλος. Σε αυτές, εξαιτίας και του εκλογικού συστήματος, ο Βενιζέλος ηττάται (παρόλο που πήρε περισσότερες ψήφους). Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμα ο ίδιος, παρόλο που κατόρθωσε να δημιουργήσει την Ελλάδα των δύο ηπείρων, δεν εκλέχθηκε καν βουλευτής.
Με νόθο δημοψήφισμα στις 5 Δεκεμβρίου 1920 επανήλθε στο θρόνο ο Κωνσταντίνος. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή εξωθήθηκε σε παραίτηση από τον συνταγματάρχη Νικόλαο Πλαστήρα και στον διαδέχθηκε ο πρωτότοκος του Γεώργιος. Ο Κωνσταντίνος πέθανε εξόριστος στο Παλέρμο στις 11-11-23.
Την 25η Μαρτίου 1921 ήρθε στον κόσμο η Αλεξάνδρα. Φυσικά το όνομα δόθηκε προς τιμήν του πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ. Η βασιλική οικογένεια δεν δέχτηκε την μελαγχολική Ασπασία στους κόλπους της κι εκείνη δεν πήρε ποτέ τον επίσημο τίτλο της βασίλισσας. Την έλεγαν Madame Μάνου, μέχρι να αναγνωριστεί ως Πριγκίπισσα Αλέξανδρου της Ελλάδας και της Δανίας. Όσον αφορά την αναγνώριση του γάμου της Μάνου με τον Αλέξανδρο, η μητέρα του, βασίλισσα Σοφία, φρόντισε το 1922 να γίνει η αναγνώρισή του. Πάντως χρειάστηκαν πάνω από 10 χρόνια για τη νομική τακτοποίηση, που τελικά έγινε στα τέλη του 1936.
Η Ασπασία με την κόρη της Αλεξάνδρα
Η Ασπασία, δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ και έζησε μια ήσυχη και απομονωμένη ζωή. Με την επιβολή της δικτατορίας, το 1967, έφυγε μαζί με τη κόρη της και έζησε στην Ιταλία και την Αγγλία. Πέθανε στη Βενετία στις 7 Αυγούστου 1972, και τα οστά της, μαζί με αυτά της κόρης της Αλεξάνδρας, μεταφέρθηκαν και ενταφιάστηκαν στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι το 1993, από τον εγγονό της,, Πρίγκιπα Διάδοχο της Σερβίας, Αλέξανδρο Β΄, όχι όμως δίπλα στον Αλέξανδρο. ΄
Η πριγκίπισσα Αλεξάνδρα παντρεύτηκε τον βασιλιά Πέτρο Β΄ της Γιουγκοσλαβίας, ο οποίος βασίλευσε μετά τη δολοφονία του πατέρα του, το 1934, βασιλιά Αλέξανδρου Α΄ της Γιουγκοσλαβίας, με αντιβασιλέα τον πρίγκιπα Παύλο. Όταν ο αντιβασιλέας το 1941 συνεννοήθηκε με τον Χίτλερ, προκάλεσε λαϊκή εξέγερση.
Ο Πέτρος ανέλαβε τότε επίσημα ως βασιλιάς (είχε συμπληρώσει τα 18 έτη), αλλά μετά τη γερμανική εισβολή αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αγγλία. Εκεί, το 1944, νυμφεύθηκε την κόρη της Ασπασίας Μάνου και του βασιλιά Αλέξανδρου Α΄ και απέκτησαν τον σημερινό διεκδικητή του σερβικού θρόνου, πρίγκιπα διάδοχο Αλέξανδρο Β΄ της Σερβίας.
Η οικογένεια που ποτέ δεν γνώρισε ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Δεξιά με το άσπρο φόρεμα, η πριγκίπισσα Ασπασία. Καθιστή απέναντί της, η κόρη της, πριγκίπισσα Αλεξάνδρα, βασίλισσα της Γιουγκοσλαβίας μετά τον γάμο της, που γεννήθηκε στις 25-3-1921 στην Αθήνα. Στις 20-3-1944 παντρεύτηκε στο Λονδίνο, τον βασιλιά της Γιουγκοσλαβίας Πέτρο Β΄, που κάθεται δίπλα της στην φωτογραφία. Πίσω από τον βασιλιά Πέτρο, ο γιος και μοναδικό παιδί τους, ο διάδοχος Αλέξανδρος της Γιουγκοσλαβίας (σήμερα Σερβίας), που γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 27-6-1945.
Επίλογος
Ανήμερα της γεννήσεως του βασιλιά Αλέξανδρου, στις 20 Ιουλίου 1893, έπληξε την Θήβα και τα περίχωρά της έντονος σεισμός, ενώ στο Τατόι εξερράγη φωτιά μεταξύ των χωριών Ματάνι και Σταμάτας. Ήσαν δυσάρεστοι οιωνοί της σύντομης ζωής του ή τυχαίες συμπτώσεις; Την ζωή του δεν του την στέρησε μόνο ο δισταγμός των ιατρών να του ακρωτηριάσουν το πόδι, αλλά πρωτίστως μια σωρεία διαβολικών συμπτώσεων…
Το ειδύλλιο επί σκηνής
Το καλοκαίρι του 1973 ανεβάστηκε στο Θέατρο Ρουαγιάλ το έργο του Γεωργίου Ρούσσου Βασιλικό ρομάντζο. Η Μαίρη Χρονοπούλου και ο Κώστας Καρράς υποδύθηκαν την Ασπασία και τον Αλέξανδρο, ενώ τους γονείς του τελευταίου ο Θάνος Κωτσόπουλος και η Τιτίκα Νικηφοράκη.
Ανάμεσα στους ηθοποιούς που έπαιξαν στην παράσταση ήταν ο Νίκος Ρίζος, η Έλσα Ρίζου και η Καίτη Λαμπροπούλου. Ήταν μια πολυπρόσωπη παράσταση που είχε σκηνοθετήσει ο Μάνος Κατράκης. Αν και τότε είχε πάει καλά εισπρακτικά, το έργο δεν παρουσιάστηκε ποτέ ξανά στο θέατρο.
Το ερειπωμένο παλατάκι της Ασπασίας Μάνου αποκτά ξανά ζωή
Ενα ερειπωμένο αρχοντικό με μεγάλη δόξα και ιστορία, στην οδό Παναγή Τσαλδάρη 18, πρόκειται σε περίπου δύο χρόνια να πάρει ξανά ζωή χάρη στην επένδυση του επιχειρηματία Ερρίκου Αρώνες, της Hellenic Properties. Γέννημα θρέμμα Κηφισιάς, λάτρης του πολιτισμού και της αρχιτεκτονικής, ο παραδοσιακός επιχειρηματίας χάρτου, που δραστηριοποιείται με επιτυχία και στο real estate, σύζυγος της Μαρία Παπαθανασίου, κόρης του τέως υπουργού Γιάννη Παπαθανασίου, «χτύπησε» το ακίνητο «φιλέτο» όχι για προσωπική χρήση, αλλά για να το μετατρέψει σε πολυτελείς, «πράσινες» κατοικίες – ένα project συνολικής αξίας 13.500.000 ευρώ, όπως φημολογείται.
Το πέτρινο αρχοντικό, που ήταν εγκαταλειμμένο για πολλά χρόνια, χτίστηκε τη δεκαετία του 1930, αποτελώντας τη θερινή κατοικία της Ασπασίας Μάνου, συζύγου του βασιλιά της Ελλάδος Αλέξανδρου (1893-1920).
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έως το 1991 η βίλα λειτούργησε ως ξενοδοχείο, έχοντας φιλοξενήσει στα σαλόνια της προσωπικότητες που έγραψαν Ιστορία στον τόπο μας, όπως ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, οι πολιτικοί Σοφούλης, Στεφανόπουλος, Τσιριμώκος, Λαμπρίας, ο καθηγητής Πέτρος Κόκκαλης, πατέρας του επιχειρηματία Σωκράτη Κόκκαλη.
Στη φήμη και στο ένδοξο παρελθόν που κουβαλάει το βασιλικό αρχοντικό αναφέρεται ότι ο συγγραφέας Γεώργιος Ρούσσος έγραψε μέρος της Ιστορίας της Νεότερης Ελλάδας σε ένα από τα δωμάτια του τρίτου ορόφου, όπως και ο συγγραφέας Μ. Καραγάτσης, που έγραψε στον ίδιο χώρο, όπως φημολογείται, το μυθιστόρημα «Γιούγκερμαν». Ακόμα, το εμβληματικό παλατάκι χρησιμοποιήθηκε από σκηνοθέτες και σεναριογράφους για τα γυρίσματα κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών. Στη σύγχρονη ιστορία του, από το 1991 έως το 2003, το κτίριο, το οποίο, σημειωτέον, δεν είναι χαρακτηρισμένο διατηρητέο, λειτούργησε ως ιδιωτικό κολέγιο σπουδών, του παραρτήματος του Πανεπιστημίου La Verne.
Πηγές:
https://www.royalchronicles.gr/alexandre1erroideshellenes/
https://www.newsbreak.gr/lifestyle/408847/to-ereipomeno-palataki-tis-aspasias-manoy-apokta-xana-zoi/
https://www.royalchronicles.gr/12-okrobriou-thanatos-tou-vassilia-alexandrou/
https://nbozionelos.gr/archives/7895
https://www.bovary.gr/faces/oramatistes/aspasia-manoy-prigkipissa-zoi
https://www.royalchronicles.gr/8459-alexandros-kai-aspasia/
https://www.facebook.com/media/set/?set=a.10154808855710436&type=3
https://www.eleftheria.gr/m/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82/item/305133.html

















