Καλὸν ἐντάφιον ἡ βασιλεία ἐστί
18 Ιανουαρίου 532 μ. Χ. Κωνσταντινούπολη-Ιερόν Παλάτιον-Αίθουσα Κονσιστώριου
Οι ταραχές είχαν ξεσπάσει εδώ και μέρες. Η Πόλη καιγόταν. Μέσα από τα ψηλά, τοξωτά παράθυρα του παλατιού έμπαινε ένα φως κατακόκκινο μαζί με σύννεφα καπνού.
Από έξω ακούγονταν καθαρά οι θόρυβοι των όπλων, σπαθιά ανθρώπων που μάχονται, και τα ουρλιαχτά του πλήθους που φώναζε ασταμάτητα: «ΝΙΚΑ! ΝΙΚΑ!».
Στο Κονσιστώριον, στην αίθουσα συνεδριάσεων του αυτοκρατορικού συμβουλίου, βρίσκονταν ο Βασιλέας, η προσωπική του φρουρά, λίγοι υπηρέτες, οι στρατηγοί του Βελισάριος και Μούνδος, ο κουβικουλάριος Ναρσής και λίγα μέλη της συγκλήτου. Τα πρόσωπα όλων ήταν σφιγμένα. Σε κάποιους, ο πανικός ήταν φανερός.
Ο Ιουστινιανός καθόταν σκυμμένος σε ένα απλό ξύλινο σκαμνί, με τον λευκό χιτώνα του μουσκεμένο στον ιδρώτα και κρατούσε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Μέσα από τα δόντια του μουρμούριζε: “Το πλήθος έχει περικυκλώσει το Ιερόν Παλάτιον. Οι Δήμοι έχουν σηκώσει άλλον αυτοκράτορα, τον Υπάτιο. Η Πόλις χάθηκε. Τι μας απομένει; Πρέπει να φύγουμε…”
Ο Μιχαήλ, ένας ευνούχος υπηρέτης, πλησίασε και με τρεμάμενα χέρια προσπάθησε να αφαιρέσει τον ιδρώτα από το πρόσωπο του κυρίου του, με ένα λινό πανί.
Ο Ναρσής πήρε τον λόγο, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή του σταθερή. “Αύγουστε, το αυτοκρατορικό ταμείο έχει μεταφερθεί στα πλοία που βρίσκονται στο λιμάνι του Βουκολέοντα, μπορούμε να φύγουμε, αν, το προστάζει το μεγαλείο σας…”
Ήταν εκείνη τη στιγμή που ένας Σιλεντιάριος, ένας από τους αξιωματούχους που ήταν επιφορτισμένοι να πηγαίνει μπροστά από την αυτοκράτειρα, με φωνή που έτρεμε, χτύπησε τη ράβδο του στο μάρμαρο και φώναξε: «Κέλευσον! Η Δέσποινα!».
Όλοι γύρισαν απότομα. Τα γόνατα τους λύγισαν. Μόνο ο Ιουστινιανός έμεινε ακίνητος, σκυμμένος, σαν να μην είχε πια τη δύναμη να σηκώσει το κεφάλι του.
Τα βαριά πορφυρά παραπετάσματα τραβήχτηκαν με θόρυβο. Και μέσα στο κόκκινο φως των πυρσών εμφανίστηκε η Θεοδώρα.
Ήταν ντυμένη με την πλήρη, μεγαλοπρεπή βασιλική της ενδυμασία: την πορφύρα, το βαρύ μαργαριταρένιο κολάρο και το χρυσό διάδημα.
Προχώρησε αγέρωχα, χωρίς να κοιτάξει κανέναν παρά μόνο τον Ιουστινιανό. Τα μάτια της πετούσαν φλόγες. Στάθηκε στη μέση της αίθουσας, απέναντι από τον σύζυγο της. Και άρχισε να μιλάει. Αργά και σταθερά.
«Το ότι μια γυναίκα δεν πρέπει να τολμάει να μιλάει ανάμεσα σε άνδρες, ούτε θρασύτατα μπροστά σε όσους διστάζουν, νομίζω ότι η στιγμή που ζούμε δεν μας αφήνει καν το δικαίωμα να το συζητάμε. Όταν τα πράγματα έχουν φτάσει στον έσχατο κίνδυνο, δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να πάρεις τις πιο γενναίες αποφάσεις για ό,τι έχεις μπροστά σου».
Ο Ιουστινιανός δεν σήκωσε καν το κεφάλι του, άκουγε μόνο συντετριμμένος.
«Η φυγή μπορεί να φέρει σωτηρία στον οποιοδήποτε. Για έναν άνθρωπο όμως που έγινε αυτοκράτορας, είναι ανάξιο να ζήσει ως περιπλανώμενος φυγάς. Γιατί όποιος γεννήθηκε είναι βέβαιο ότι θα πεθάνει, αυτό που δεν είναι ανεκτό είναι να πεθάνει ως φυγάς αυτός που κάποτε βασίλεψε. Μακάρι να μη βρεθώ ποτέ χωρίς αυτή την πορφύρα, ούτε να ζήσω εκείνη την ημέρα, κατά την οποία όσοι με συναντούν δεν θα με προσφωνήσουν Δέσποινα».
Έκανε μια παύση, κοίταξε το μαντήλι με τον ιδρώτα που κρατούσε ακόμη ο Μιχαήλ και μετά στράφηκε ξανά στον σύζυγό της.
«Εάν λοιπόν εσύ Αύγουστε, επιθυμείς να σωθείς, ιδού! Δεν υπάρχει καμία δυσκολία. Χρήματα υπάρχουν πολλά, η θάλασσα είναι κοντά, και τα πλοία σε περιμένουν. Πρόσεξε όμως μήπως, αφού σωθείς, οι τύψεις σε κάνουν να προτιμούσες, ευχαρίστως, να είχες ανταλλάξει τη σωτηρία σου με τον θάνατο. Διότι εμένα με εκφράζει ένα παλιό ρητό… Ότι η βασιλεία είναι ωραίο σάβανο».
Η Θεοδώρα σταμάτησε να μιλά. Χωρίς να περιμένει απάντηση, γύρισε την πλάτη της, προχώρησε προς τον θρόνο της και έκατσε. Η σιωπή έπεσε βαριά. Μόνο οι φωνές του πλήθους ακούγονταν.
Ο Ιουστινιανός, σήκωσε το κεφάλι του αργά. Το πρόσωπό του δεν ήταν πια χλωμό. Μια σπίθα άρχισε να τρέμει στα μάτια του. «Τι συμβουλεύεις να πράξουμε», τη ρώτησε, με φωνή που μόλις ακουγόταν.
Η Θεοδώρα τον κοίταξε και χωρίς να ανοιγοκλείσει τα μάτια απάντησε: «Αυτό που ξέρουν να κάνουν οι αυτοκράτορες. Να βασιλεύουν».
Ο Ναρσής σήκωσε το βλέμμα του. «Ίσως αν προσπαθήσουμε να δωροδοκήσουμε μερικούς..», πρόφερε δειλά.
Τότε ο Βελισάριος πετάχτηκε. «Εάν οι Βένετοι εγκαταλείψουν τους στασιαστές, ίσως μπορώ να καθαρίσω τον Ιππόδρομο».
H Θεοδώρα έγνεψε ψυχρά: «Τότε αυτό θα γίνει».
Ο Ιουστινιανός σηκώθηκε όρθιος. Στράφηκε προς τον Ναρσή, τον Βελισάριο και τον Μούνδο, που σηκώνονταν από την προσκύνηση. Η φωνή του ήταν πια σταθερή.
«Ναρσή, πάρε όσο χρυσό χρειάζεται. Μπες στον Ιππόδρομο και δωροδόκησε τους Βένετους. Πείσε τους, απείλησέ τους, κάνε ό,τι χρειαστεί για να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους. Βελισάριε, Μούνδε, ετοιμάστε τους άνδρες σας. Θα μπείτε στον ιππόδρομο και θα τον καθαρίσετε από όσους έχουν απομείνει, πριν δύσει ο ήλιος».
Ο Ναρσής, οι στρατηγοί και οι συγκλητικοί υποκλίθηκαν και αποχώρησαν βιαστικά. Ο Ιουστινιανός έμεινε όρθιος. Πίσω του, μέσα από τα παράθυρα, η Κωνσταντινούπολη συνέχισε να καίγεται. Για πρώτη φορά όμως δεν κοιτούσε τη φωτιά. Κοίταζε μόνο τη Θεοδώρα.
Η προδοσία
Ο Ναρσής ντυμένος με ένα απλό χιτώνα και μια καφέ χλαμύδα με κουκούλα, προχωρούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για την ηλικία του, μέσα στον Κοχλία, την τεράστια ελικοειδή σκάλα που ξεκινούσε από τα ενδότερα του παλατιού και οδηγούσε κάτω από τις κερκίδες του ιπποδρόμου.
Δύο στρατιώτες τον ακολουθούσαν μεταμφιεσμένοι και αυτοί σε απλούς πολίτες, με τα χέρια τους κοντά στα κρυμμένα ξίφη.
Πάνω από τα κεφάλια τους, οι κερκίδες του Ιπποδρόμου έτρεμαν από τα ποδοβολητά και τις ιαχές χιλιάδων ανθρώπων: «ΝΙΚΑ! ΝΙΚΑ!».
Φτάνοντας τη βαριά, ξύλινη πόρτα της λέσχης των Βένετων, βρέθηκαν μπροστά σε μια ομάδα από θηριώδεις φρουρούς με μπλε χιτώνες που κρατούσαν σπαθιά, τσεκούρια και βαριά ξύλινα ρόπαλα.
«Σταθείτε! Ποιοι είστε;», φώναξε ένας από αυτούς μόλις τους είδαν.
Ο Ναρσής σταμάτησε και με μια αργή κίνηση σήκωσε την άκρη της κουκούλας του και αποκάλυψε στο φως του πυρσού το πρόσωπο του.
Οι φρουροί τον αναγνώρισαν αμέσως. Ένα βλέμμα έκπληξης πέρασε από τα πρόσωπά τους. «Τι θέλεις εδώ ευνούχε; ΄Εχουμε νέο αυτοκράτορα πια», σφύριξε ειρωνικά μέσα από τα δόντια του, ο πιο μεγαλόσωμος.
Ο Ναρσής τον κοίταξε με βλέμμα σταθερό, χωρίς να δείχνει ίχνος φόβου.
«Φέρνω νέα από το παλάτι. Ο Ιουστινιανός, η Θεοδώρα και η συνοδεία τους μπήκαν στα πλοία και έφυγαν. Πρέπει να μιλήσω στον Δήμαρχο των Βένετων. Κρατάω τα κλειδιά του θησαυροφυλακίου… Και ο νέος σας αυτοκράτορας θα χρειαστεί χρυσό για να πληρώσει τον στρατό του».
Οι φρουροί αντάλλαξαν ένα αστραπιαίο βλέμμα θριάμβου. Ο μεγαλόσωμος φρουρός χτύπησε με τη λαβή του σπαθιού του τη ξύλινη βαριά πόρτα, ύστερα την άνοιξε και έκανε νόημα στο Ναρσή να περάσει.
Γύρω από ένα ξύλινο τραπέζι ο Δήμαρχος των Βένετων, οι δυο υπαρχηγοί του και ένας Συγκλητικός συζητούσαν. Με την είσοδο του Ναρσή, οι ομιλίες σταμάτησαν απότομα. «Τι κάνεις εδώ», ρώτησε απότομα ο Δήμαρχος.
Ο Ναρσής πλησίασε το τραπέζι. Τα μάτια του έλαμπαν στο φως των πυρσών.
«Γρήγορα ξεχνάτε τους ευεργέτες σας», είπε σταθερά. «Και ιδιαίτερα αυτόν που σας στήριξε για χρόνια και σας έδωσε προνομία, θέσεις και χρήματα. Και τώρα τον αφήνετε για κάποιον που μπορεί να μην ζει μέχρι το πρωί. Αλλά ακόμα και αν ζήσει, το σίγουρο είναι ότι δεν θα ζήσει πολύ ακόμα κανείς σας, μιας και πάντα τους Πράσινους υποστήριζε. Οπότε αν πάρει τον θρόνο, σύντομα θα σας σφάξουν».
Οι αρχηγοί κοιτάχτηκαν. Ο Ναρσής συνέχισε: «Αν φύγετε τώρα, ο Ιουστινιανός θα θυμηθεί την πίστη σας. Θα κρατήσετε τα προνόμια σας και θα έχετε και άλλα. Αν μείνετε… σήμερα θα είναι η τελευταία σας μέρα».
Την ίδια στιγμή, έβγαλε κάτω από το χιτώνα του τρία βαριά πουγκιά και τα ακούμπησε αργά πάνω στο τραπέζι. Στη συνέχεια άνοιξε το ένα αυτά και το γύρισε ώστε τα χρυσά νομίσματα να κυλίσουν πάνω στο τραπέζι.
Για μερικά δευτερόλεπτα έπεσε σιωπή. Τα μάτια των Βένετων άστραψαν στη θέα του χρυσού. Ο αρχηγός τους πήρε ένα πουγκί, το ζύγισε στο χέρι και χαμογέλασε πονηρά. «Και πώς ξέρουμε ότι δεν θα μας ξεχάσει μετά;», είπε.
«Ο Ιουστινιανός δεν ξεχνάει» απάντησε ο Ναρσής ψυχρά. «Ούτε τους φίλους του… ούτε τους εχθρούς του».
Οι Βένετοι κοιτάχτηκαν. Κανείς δεν μιλούσε. Ο αρχηγός τους πήρε ένα νόμισμα, το γύρισε ανάμεσα στα δάχτυλά του και ύστερα έκλεισε αργά το χέρι του γύρω του. «Θα φύγουμε» είπε τελικά. «Σε λίγο στον Ιππόδρομο δεν θα υπάρχουν Βένετοι».
Ο Ναρσής έγνεψε χωρίς να χαμογελάσει. «Σοφή απόφαση» είπε σταθερά. Γύρισε και μαζί με τη συνοδεία του, χάθηκαν μέσα στις σκιές, αφήνοντας πίσω τον ήχο του χρυσού που άλλαζε χέρια.
Πριν ακόμα φτάσει στο παλάτι, οι υπαρχηγοί των Βενετών είχαν βγει στις κερκίδες και μιλούσαν χαμηλόφωνα στους κράχτες. «Ετοιμάζουν προδοσία. Ο Υπάτιος θέλει να σφάξει όλους τους Βενετούς. Πείτε στο κόσμο να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορεί».
Αυτοί με τη σειρά τους άρχισαν να γυρίζουν φωνάζοντας μέσα στο πλήθος: «Προδοσία: Οι Βένετοι φεύγουμε τώρα! Ετοιμάζονται να μας σφάξουν!»
Την ίδια στιγμή οι σημαιοφόροι των Βένετων στα ψηλότερα σημεία του ιπποδρόμου, κατέβαζαν και δίπλωναν τα Μπλε Λάβαρα και τις Σημαίες.
Η φήμη της σφαγής απλώθηκε σαν πυρκαγιά. Και μαζί ο πανικός. Οι Κουρσάροι των Βενετών, η πιο σκληροπυρηνική ομάδα των οπαδών, άρχισε να κατευθύνεται προς τις εξόδους του ιπποδρόμου, σπρώχνοντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους και παρασέρνοντας και τους υπόλοιπους οπαδούς του Δήμου.
Η δεξιά κερκίδα άδειασε γρήγορα, αφήνοντας τους Πράσινους εμβρόντητους και πανικοβλημένους, ανήμπορους να καταλάβουν τι είχε συμβεί.
Ο θόρυβος, έφτασε πολύ γρήγορα μέχρι το Κάθισμα, αναγκάζοντας τον Υπάτιο να βγει, για να δει τι συμβαίνει.
Τότε, ξαφνικά, από τις σκοτεινές, μυστικές στοές κάτω από τα διαζώματα, ακούστηκε ένας υπόκωφος, ρυθμικός ήχος.
Πρώτοι εμφανίστηκαν οι τοξότες. Βγήκαν σαν σκιές από τα έγκατα του σταδίου, και παρατάχθηκαν αστραπιαία στα ψηλότερα σημεία προτάσσοντας τα τόξα τους, που σημάδευαν το πλήθος.
Αμέσως μετά, ξεχύθηκαν οι στρατιώτες. Τα σπαθιά ήταν γυμνά στα χέρια τους, αντανακλώντας το κόκκινο φως.
Την ίδια ακριβώς στιγμή, οι μεγάλες, βαριές πύλες της αρένας άνοιξαν διάπλατα με έναν εκκωφαντικό θόρυβο.
Μέσα από τη σκόνη και τους καπνούς που έμπαιναν από την πόλη, εμφανίστηκε το ιππικό. Οι αναβάτες ήταν σιδερόφρακτοι, ακίνητοι πάνω στα άλογά τους, έτοιμοι να ορμήσουν στην αρένα με την πρώτη διαταγή.
Το πλήθος πάγωσε. Νεκρική σιγή απλώθηκε στον Ιππόδρομο. Χιλιάδες άνθρωποι κράτησαν την ανάσα τους, εγκλωβισμένοι ανάμεσα στα τόξα, τα σπαθιά και τις οπλές των αλόγων. Στο πρόσωπο του Υπάτιου μια νεκρική μάσκα ζωγραφίστηκε.
Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου που έδυε έπεφταν στην αρένα, βάφοντας το χώμα με ένα βαθύ, ματωμένο πορτοκαλί χρώμα.
Η καταδίκη
Αίθουσα Κονσιστώριου-Επόμενη μέρα, νωρίς πρωί
Μέσα από τα ψηλά, τοξωτά παράθυρα έμπαινε ένα ψυχρό, σκληρό πρωινό φως. Η Πόλη έξω ήταν πια βυθισμένη σε μια απόκοσμη σιωπή.
Ο Ιουστινιανός καθόταν στον θρόνο του, φορώντας ξανά το χρυσό του διάδημα. Δίπλα του, στο δικό της θρόνο, η Θεοδώρα, με το βλέμμα της ανέκφραστο.
Κοντά στους δύο θρόνους, ο Βελισάριος και ο Μούνδος, με τις πανοπλίες τους ακόμα λερωμένες από τη σκόνη και το αίμα του Ιπποδρόμου, παρέμεναν ακίνητοι.
Οι μεγάλες πόρτες άνοιξαν με δύναμη. Μια ομάδα φρουρών σπρώχνοντας και χτυπώντας έφεραν σιδηροδέσμιους τον Υπάτιο και τον αδελφό του, τον Πομπήιο, και τους έκαναν να γονατίσουν, πιέζοντας βαριά τους ώμους τους. Τα ρούχα τους ήταν σκισμένα, τα πρόσωπά τους λερωμένα και τα μάτια τους γεμάτα τρόμο.
Κανείς δεν μιλούσε. Ο Ιουστινιανός κοίταξε τον Υπάτιο από ψηλά. Το πρόσωπό του είχε μια βαθιά, σκοτεινή πικρία. «Αυτό ήταν το ευχαριστώ, Υπάτιε, για όλα όσα σου έχω δώσει;»
Ο Υπάτιος προσπάθησε να σηκώσει το κεφάλι του αλλά το χτύπημα ενός φρουρού τον ανάγκασε να το κατεβάσει ξανά. Τα δάκρυα είχαν αυλακώσει τη σκόνη στο πρόσωπό του. Η φωνή του βγήκε σπασμένη, γεμάτη απόγνωση.
«Αύγουστε… συγχώρα με.. αλλά δεν έχω καμία ευθύνη! Το πλήθος με έσυρε από το σπίτι μου και μου φόρεσε πορφύρα παρά τη θέλησή μου. Φώναζα, αλλά κανείς δεν άκουγε. Πώς να έφευγα; Θα με σκότωναν…»
Ο Πομπήιος, γονατισμένος δίπλα του, έτρεμε, κοιτάζοντας το μαρμάρινο πάτωμα.
Ο Ιουστινιανός έμεινε σιωπηλός. Το βλέμμα του για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, μαλάκωσε. Ήξερε ότι ο Υπάτιος έλεγε την αλήθεια. Έκανε να μιλήσει, ίσως για να δείξει έλεος.
Τότε, η Θεοδώρα, χαμογελώντας σχεδόν, πήρε το λόγο. «Λες ότι δεν έχεις ευθύνη. Λες ότι σε ανάγκασαν». Έκανε μια μικρή παύση. «Κι όμως, έμεινες στο Κάθισμα μέρες ολόκληρες. Φόρεσες πορφύρα. Άκουσες επευφημίες. Δέχθηκες τιμές». Σταμάτησε ξανά. Αυτή τη φορά πρόφερε τις λέξεις πιο αργά. «Λες πως δεν μπορούσες να φύγεις. Γνώριζες όμως τόσο την επίσημη διαδρομή όσο και τις κρυφές διόδους, καλύτερα από τον καθένα».
Ο Υπάτιος άνοιξε το στόμα του, προσπαθώντας να ψελλίσει μια απάντηση, να βρει μια δικαιολογία, αλλά οι λέξεις πνίγηκαν στον λαιμό του.
«Υπάτιε, θα κριθείς για όλα. Και για όσα έπραξες και για όσα δεν τόλμησες να πράξεις» συμπλήρωσε παγερά η αυτοκράτειρα.
Η Θεοδώρα έγνεψε ανεπαίσθητα με το κεφάλι. Οι φρουροί δεν τον άφησαν να μιλήσει. Τον άρπαξαν και μαζί με τον Πομπήιο τους σήκωσαν από το πάτωμα και άρχισαν να τους σέρνουν προς την έξοδο.
Στην αίθουσα απλώθηκε ξανά σιωπή. Ο Ιουστινιανός κοίταξε την πόρτα, σκεπτικός, ενώ το χέρι του χάιδευε τη λαβή του θρόνου. Η Θεοδώρα γύρισε αργά το σώμα της προς το μέρος του. Με το γνωστό, αγέρωχο ύφος της, τον κοίταξε στα μάτια.
«Αν θέλεις, μπορείς να τους χαρίσεις τη ζωή, να τους εξορίσεις και να τους δημεύσεις την περιουσία. Μην απορήσεις όμως, αν μια μέρα τους δεις ξανά μπροστά σου… και πίσω τους να βρίσκεται ένα άλλο, εξαγριωμένο πλήθος».
«Δεν οργάνωσε αυτός τη στάση» της απάντησε ο Ιουστινιανός.
«Το γνωρίζω Αύγουστε. Όμως έγινε σύμβολο. Και τα σύμβολα, όσο παραμένουν ζωντανά, είναι επικίνδυνα».
Η Θεοδώρα σηκώθηκε από το θρόνο, προχώρησε αργά προς το παράθυρο, στάθηκε και κοίταξε την ήσυχη πλέον Κωνσταντινούπολη.
Ο τάφος
Θαλάσσια τείχη. Τέλος της ίδιας μέρας. Νύχτα
Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω από την Πόλη. Μια νύχτα παγωμένη και απόκοσμη. Κανείς δεν τολμούσε να βγει από το σπίτι του. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν μόνο οι περίπολοι του αυτοκρατορικού στρατού, με την αυστηρή διαταγή να φερθούν αμείλικτα, σε όποιον συναντήσουν.
Το φως του φεγγαριού έριχνε το αχνό του φως στη θάλασσα του Μαρμαρά. Ψηλά, στις επάλξεις των θαλάσσιων τειχών του παλατιού, εμφανίστηκαν οι σκιές δύο φρουρών.
Στα χέρια τους σήκωναν τα άψυχα σώματα του Υπάτιου και του Πομπηίου τυλιγμένα με υφάσματα. Τα σήκωσαν και με τη σειρά τα πέταξαν από τα ψηλά τείχη.
Τα δυο σώματα έσκισαν την επιφάνεια του νερού και βυθίστηκαν αργά στον υγρό τους τάφο…
Το σχέδιο
Αίθουσα Κονσιστώριου – Λίγες μέρες μετά
Ένα μεγάλο, καθαρό φύλλο περγαμηνής ξεδιπλώθηκε πάνω στο βαρύ ξύλινο τραπέζι, καλύπτοντας τον χώρο όπου, λίγες μόλις μέρες πριν, βρίσκονταν απλωμένοι οι χάρτες της φυγής.
Η αίθουσα ήταν πλημμυρισμένη από το χρυσό φως του πρωινού ήλιου.
Ο Ιουστινιανός στεκόταν όρθιος πάνω από το τραπέζι. Δίπλα του, δύο άνδρες τού εξηγούσαν όσα έβλεπε σχεδιασμένα στην περγαμηνή: ο Ανθέμιος ο Τραλλιανός και ο Ισίδωρος ο Μιλήσιος.
Η Θεοδώρα καθόταν λίγο πιο πέρα, σε ένα απλό σκαμνί. Αν και έδειχνε απορροφημένη από το εργόχειρό της, το βλέμμα της, πότε πότε, υψωνόταν προς το τραπέζι.
Ο Ανθέμιος έδειξε ένα σημείο στο σχέδιο. «Ο τρούλος, Αύγουστε. Θα είναι τόσο μεγάλος, που θα μοιάζει να αιωρείται κάτω από τον ίδιο τον ουρανό. Όμοιός του δεν θα υπάρχει πουθενά στον κόσμο».
Ο Ιουστινιανός έσκυψε πάνω από την περγαμηνή. Το βλέμμα του στάθηκε στο όνομα που ήταν γραμμένο με μεγάλα γράμματα: ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ.
Σήκωσε αργά το κεφάλι.
«Όχι μόνο ο τρούλος. Ολόκληρος ο ναός πρέπει να είναι μοναδικός. Δεν θα λυπηθούμε τα έξοδα. Θέλω να φέρετε από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας τα καλύτερα υλικά».
Οι τρεις άνδρες έσκυψαν ξανά πάνω από τα σχέδια της νέας Αγίας Σοφίας, ενώ η Θεοδώρα συνέχισε να κεντά σιωπηλά.
Αγία Σοφία
Λιμάνι της Πόλης – Λίγους μήνες μετά
Μεγάλα, εμπορικά πλοία είχαν αγκυροβολήσει το ένα δίπλα στο άλλο στο λιμάνι. Οι ναύτες φώναζαν, δίνοντας παραγγέλματα. Χοντρά σχοινιά τεντώνονταν. Ξύλινοι γερανοί έτριζαν κάτω από το τεράστιο βάρος. Από τα αμπάρια των πλοίων ξεφορτώνονταν τεράστιες, ολομάρμαρες κολόνες, μεταφερόμενες από τα πέρατα της αυτοκρατορίας, το πράσινο μάρμαρο της Θεσσαλίας, ο πορφυρίτης της Αιγύπτου, το λευκό μάρμαρο της Προκόννησου.
Την ίδια ώρα δεκάδες βαριά, ξύλινα κάρα προχωρούσαν αργά στους λασπωμένους δρόμους. Άλογα και βόδια, με τους μυς τους τεντωμένους και τις ανάσες τους να κόβονται από την προσπάθεια, μετέφεραν με δυσκολία τις κολόνες και τους τεράστιους λαξευμένους λίθους προς τον λόφο της Αγίας Σοφίας. Οι αγωγιάτες μαστίγωναν τον αέρα, φωνάζοντας.
Χιλιάδες εργάτες, χτίστες και τεχνίτες είχαν πλημμυρίσει τον λόφο. Άλλοι ανέβαιναν σε πανύψηλες ξύλινες σκαλωσιές κουβαλώντας καλάθια με κονίαμα. Άλλοι πελεκούσαν πέτρες με βαριά σφυριά.
Μέσα στη σκόνη, στον ασβέστη και στον αδιάκοπο θόρυβο της κατασκευής, οι πρώτοι μεγάλοι τοίχοι του νέου ναού, είχαν ήδη αρχίσει να υψώνονται.
Ο θρίαμβος
27 Δεκεμβρίου 537-Ναός Αγίας Σοφίας
Χιλιάδες κόσμος, συγκλητικοί, ιερείς, απλός λαός, έχουν πλημμυρίσει το τεράστιο κλίτος του ναού. Το φως του ήλιου περνούσε από τα παράθυρα, κάνοντας τα χρυσά ψηφιδωτά να λάμπουν.
Οι μεγάλες, ορειχάλκινες Βασιλικές Πύλες άνοιξαν. Ο αυτοκράτορας μπήκε με τη συνοδεία του στον ναό, περπατώντας αργά. Φορούσε το στέμμα του και την πιο λαμπρή, επίσημη αυτοκρατορική του στολή, στολισμένη με χρυσό και πολύτιμους λίθους.
Ο πατριάρχης μπροστά στην Ωραία Πύλη μαζί με ένα πλήθος από δεσπότες και ιερείς τον περίμεναν υπομονετικά για να ξεκινήσουν την τελετή των εγκαινίων.
Ψηλά, στον γυναικωνίτη, η αυτοκράτειρα με τη δική της συνοδεία, όρθια μπροστά στο θρόνο της, κοιτούσε τον σύζυγο της με βλέμμα ανέκφραστο.
Ο Ιουστινιανός έφτασε στο κέντρο, κάτω από τον τεράστιο τρούλο που έμοιαζε να κρέμεται στον αέρα και σταμάτησε. Κοίταξε ψηλά, μαγεμένος. Άπλωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και με φωνή γεμάτη θρίαμβο φώναξε «Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον επιτελέσαι. Νενίκηκά σε Σολομών!»
Την ίδια στιγμή σμήνη περιστεριών αφέθηκαν ελεύθερα και άρχισαν ένα ξέφρενο πέταγμα ανεβαίνοντας όλο και πιο ψηλά, μέχρι το κέντρο του χρυσού τρούλου.
Το βλέμμα του αυτοκράτορα ακολούθησε το πέταγμά τους. Από ψηλά, η Θεοδώρα συνέχισε να τον παρατηρεί. Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο της…
Γιώργης Ταξιδευτής