Πριν σβήσει ολότελα η επαναστατική φλόγα στη Χαλκιδική, ξεκίνησε, τον Φεβρουάριο του 1822, η εξέγερση στην Κεντρική Μακεδονία. Πρωταγωνιστές αναδείχθηκαν οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου, των Πιερίων και του Βερμίου καθώς και επιφανείς πρόκριτοι της Νάουσας, της Έδεσσας, της Σιάτιστας και της Καστοριάς.
Ιδιαίτερα στη Νάουσα, που σκαρφαλωμένη στις πλαγιές του Βερμίου εποπτεύει μοναδικά τον εύφορο μακεδονικό κάμπο, οι Έλληνες της πόλης εξεγέρθηκαν κατά των Τούρκων, με επικεφαλής τον άρχοντα Λογοθέτη Ζαφειράκη και τους οπλαρχηγούς Τσάμη Καρατάσο και Άγγελο Γάτσο. Και οι τρεις τους είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και είχαν αναλάβει ως αποστολή την οργάνωση εξεγέρσεων στην ιδιαίτερή τους πατρίδα.
Να σημειωθεί ότι η Νάουσα στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης ήταν μια ευημερούσα πόλη με χίλιες οικογένειες, καθώς, απολάμβανε ειδικά προνόμια που της εξασφάλισε η «βαλιντέ σουλτάνα» (βασιλομήτωρ).
Μέσα στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου 22/2/1822, Κυριακή της Ορθοδοξίας, οι επαναστάτες ύψωσαν επαναστατική σημαία με τον φοίνικα και την επιγραφή «εν τούτω νίκα» από τη μια πλευρά και από την άλλη το σύνθημα «μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», το οποίο ενέπνευσε τον επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρο Υψηλάντη.
Η πρώτη επίθεση των επαναστατημένων Ναουσαίων γίνεται κατά της Βέροιας. Η τούρκικη φρουρά τρομοκρατημένη φεύγει αλλά οι Έλληνες δεν μπαίνουν στην πόλη, επειδή μαθαίνουν ότι φθάνει Τούρκικο σώμα από τη Θεσσαλονίκη. Γυρίζουν στη Νάουσα, αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουν με όλες τους τις δυνάμεις τα στρατεύματα του Βαλή της Θεσσαλονίκης Εμπού Λουμπούτ.
Ο Γάτσος πιάνει ένα πυκνό δάσος έξω από την πόλη, κοντά στο Αρκουδοχώρι. Ο Καρατάσος οχυρώνεται στη μονή της Παναγίας του Δοβρά και ο Ζαφειράκης με τους υπαρχηγούς του Τσιάμη Καρατάσο, Φίλιππο Θεοδοσίου, Γιαννάκη Καρατάσο και Ζώτο αναλαμβάνουν την άμυνα της πόλης.
Ο Κεχαγιάμπεης του Εμπού Λουμπούτ χτυπά με τα ασκέρια του το μοναστήρι της Παναγίας του Δοβρά. Η επίθεση αντιμετωπίζεται ηρωικά από τα παλικάρια του Γεροκαρατάσου και ο κεχαγιάμπεης υποχωρεί ηττημένος.
Ταυτόχρονα, οι επαναστάτες Ναουσαίοι βρίσκονταν σε επαφή αναζητώντας βοήθεια τόσο με τον Δημήτριο Υψηλάντη, που λίγο νωρίτερα είχε αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο ως εκπρόσωπος της Υπέρτατης Αρχής όσο και με τους Φαναριώτες Κωνσταντίνο Καρατζά και Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. «Είμεθα εις μεγάλην ανάγκην», ανέφεραν σε επιστολή τους προς τους Καρατζά και Μαυροκορδάτο τον Μάρτιο του 1822 οι Ναουσαίοι προύχοντες, παρόλα αυτά, συμπλήρωναν, «μη αμφιβάλλητε ότι ήρωες Μακεδόνες, απόγονοι του Αλεξάνδρου θέλομεν εξουσιάση ταχέως του τυράννου ημών».
Γρήγορα, όμως, οι εξελίξεις στη Νάουσα πήραν δυσάρεστη τροπή. Μόλις πληροφορήθηκε τα γεγονότα ο Σουλτάνος στην Κων/πολη αντέδρασε οργισμένα, εκδίδοντας αυτοκρατορικό φιρμάνι με το οποίο ζητούνταν η καταστολή της εξέγερσης. «Αποφασίσαμεν όπως άπαξ διαπαντός απαλείψομεν από προσώπου της γης την κατηραμένην ταύτην εστίαν των κακόβουλων και βδελυρών απίστων, τους μεν ιδίους να διαπεράσετε εν στόματι ρομφαίας, τας γυναίκας και τα τέκνα των εξανδραποδίσητε, τα υπάρχοντά των διανείμητε εις τους πιστούς νικητάς», προειδοποιούσε ο οθωμανός μονάρχης.
Ο Εμπού Λουμπούτ (ροπαλοφόρος) αναλαμβάνει ο ίδιος την πολιορκία της Νάουσας. Εκστρατεύει εναντίον της με 10.000 στρατό ενώ ζήτησε απ’ όλους τους υποδιοικητές της περιοχής να προβούν σε άμεση στρατολόγηση όλων των ατάκτων, με αποτέλεσμα η τουρκική δύναμη να ανέλθει σε 21.000 άνδρες και κατ’ άλλους σε 40.000 άνδρες Το εκστρατευτικό σώμα το ακολουθούσαν και 600 Εβραίοι, οι οποίοι είχαν πληρώσει τους Τούρκους για την απόκτηση των δικαιωμάτων πάνω στους εν δυνάμει σκλάβους και την πώλησή τους στα σκλαβοπάζαρα της εποχής.
Τέσσερις οπλαρχηγοί ταμπουρώθηκαν σε τέσσερα διαφορετικά σημεία γύρω από τη Νάουσα κι ο Ζαφειράκης, που κι άλλοτε είχε διευθύνει την υπεράσπιση της πολιορκημένης πόλης, ανέλαβε την αρχηγία στα τείχη, αφού άλλωστε ο «πύργος» του –όπως ονόμαζαν το πανύψηλο αρχοντικό του- βρισκόταν πλάι τους στις όχθες της Αραπίτσας.
Το στράτευμα του πασά δεν άργησε να προβάλει. Από τα τείχη τους οι Ναουσιώτες το ‘βλεπαν να ζυγώνει με κρυφή ανατριχίλα. Στη λάμψη του μαρτιάτικου ήλιου άστραφταν τα όπλα και, μέσα στη σκόνη που το ποδοβολητό των αλόγων σήκωνε, οι Ναουσιώτες μέτρησαν δώδεκα κανόνια. Το ίδιο μεσημέρι έγινε η πρώτη επίθεση στην πόλη, μπροστά στη γέφυρα.
Όταν είδαν το τούρκικο γιουρούσι, δύο Ναουσιώτες παλικάρια στράφηκαν στους συντοπίτες τους.
– Γιατί να τους περιμένουμε να ‘ρθουν ως εδώ; Όσων βαστά η καρδιά, ας έρθουν μαζί μας, να τους γυρίσουμε πίσω.
Η πύλη άνοιξε. Μα όχι για να δεχθεί τους Οσμανλήδες. Σαν στίφος μανιασμένο όρμησαν έξω οι Ναουσιώτες κι εκεί, στα νότια πρόθυρα της πόλης, άρχισε μάχη λυσσασμένη, ενώ γυναίκες και παιδιά κοίταζαν με πνοή κομμένη τα παλικάρια που αγωνίζονταν για τα σπίτια τους.
Ήταν λιγότεροι, πολύ λιγότεροι από τους εχθρούς. Μα πάλευαν για τα σπίτια τους,, για την οικογένειά τους, για τον τόπο τους. Αυτά τους έδιναν δύναμη και θάρρος. Ώρες κράτησε η μάχη. Και τελικά ανάγκασαν τους Οσμανλήδες να πισωπατήσουν.
Την άλλη μέρα, από τα χαράματα, καινούριο γιουρούσι πάλι. Καινούρια αποτυχία των Τούρκων, που έστρωσαν πάλι με πτώματα όλο τον γύρω χώρο.
Βλέποντας ότι το πάρσιμο της πόλης ήταν πολύ δύσκολο και αναλογιζόμενος τις δικές του απώλειες ο πασάς προτείνει στο Ζαφειράκη και στους Ναουσαίους να του παραδώσουν την πόλη τάζοντάς τους αμνηστία και πλούτη.
Οι Ναουσαίοι αρνούνται. “Μπέσα στους Αγαρινούς δεν δίνουμε. Ή θα λευτερωθούμε ή θα πεθάνουμε” είναι η απάντησή τους.
Ο πασάς κατάλαβε πως η άλωση της Νάουσας δεν ήταν εύκολη. Με τις αλλεπάλληλες επιθέσεις δεν έκανε παρά να χάνει στρατιώτες. Συγκέντρωσε λοιπόν όλο το πυροβολικό του απέναντι από την πύλη του Αγίου Γεωργίου και πρόσταξε να μην χτυπούν την πόλη, αλλά τα τείχη κοντά στην πύλη.
Τα κανόνια μέρα και νύχτα άρχισαν να κανονιοβολούν το τμήμα εκείνο επί δέκα ολόκληρες μέρες. Χιλιάδες μπόμπες – τόπια όπως τις έλεγαν τότε – ήρθαν να σκάσουν πάνω στα τείχη. Οι πρώτες έκαναν μικρά γδαρσίματα στις πέτρες, οι κατοπινές άρχισαν ν’ ανοίγουν τρύπες όλο και μεγαλύτερες κι οι πολιορκημένοι έτρεχαν να μπαλώσουν όπως-όπως και όσο δύνονταν τις πληγές εκείνες.
Οι επιθέσεις των Τούρκων γίνονται τώρα ακόμα πιο ορμητικές. Το μαντάτο που έφτασε από την Υψηλή Πύλη σταλμένο από το Σουλτάνο “Πέτρα στην πέτρα να μη μείνει και ούτε πετεινού λαλιά να μην ακουστεί στις ρημαγμένες και στις ματωμένες όχθες της Αράπιτσας” πρέπει οπωσδήποτε να πάρει σάρκα και οστά. Και η πολιορκία συνεχίζεται. Μα η Νάουσα βαστάει. Όμως ως πότε;
Έφτασε έτσι η Μεγάλη Παρασκευή. Οι Χριστιανοί είχαν ξενυχτήσει στις εκκλησιές ακούοντας τα Πάθη. Μα μέσα στην ανοιξιάτικη νύχτα που έψαλλαν τα μεγαλοβδομαδιάτικα τροπάρια, ακούστηκε απ’ έξω το τραγούδι ενός βοσκού. Έψαλλε κι εκείνος… Μα αν ο σκοπός ήταν ο ίδιος, τα λόγια ήταν διαφορετικά. Ο άγνωστος τσοπάνος μιλούσε για στρατιώτες που θα κάναν έφοδο την άλλη μέρα το πρωί. Η ψαλμωδία του ακούστηκε στα τείχη. Τα παλικάρια κατάλαβαν το νόημά της. Έτσι στις εκκλησιές μονάχα οι γερόντισσες επήγαν για τη Σταύρωση. Οι άλλοι περίμεναν με το όπλο στο χέρι κι όταν ξέσπασε η πρώτη επίθεση, βροχή τα βόλια από τα τείχη υποδέχτηκαν τους Τούρκους.
Τρεις αλλεπάλληλες επιθέσεις, η μία σφοδρότερη από την άλλη έγιναν τη μέρα εκείνη. Στην τρίτη μάλιστα αρχηγός ήταν ο ίδιος ο Αμπντούλ. Νύχτωσε. Σκοτείνιασε κι οι Τούρκοι αποσύρθηκαν σαν σκύλοι που βογκούν γλείφοντας τις πληγές τους.
Έπειτα από την αποτυχία αυτή, που έκανε τον πασά να λυσσάξει, ο στρατός του ήταν τόσο αποκαμωμένος, ώστε αναγκαστικά την επόμενη τον άφησε ν’ αναπαυθεί. Μα την Κυριακή του Πάσχα ξανάρχισε η ολοήμερη επίθεση.
Τώρα ο πασάς άλλαξε τακτική. Αντί να ρίχνει το σύνολο των δυνάμεών του ενάντια στα τείχη, έριχνε αλλεπάλληλα σώματα από δυο τρεις χιλιάδες το καθένα. Είχε στρατό άφθονο κι έτσι μπορούσε σε κάθε επίθεση να χρησιμοποιεί στρατιώτες χωρίς ν’ αφήνει στιγμή ανάπαυσης στους πολιορκημένους.
Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο κούραζε τους πολιορκημένους, γιατί δεν είχαν την ευχέρεια ν’ αντικαθιστούν τη φρουρά στα τείχη, αφού δεν ήταν ούτε καν δυο χιλιάδες. Το χειρότερο ήταν πως τα όπλα τους φθείρονταν από την αδιάκοπη νυχτοήμερη χρήση. Μερικά έσκασαν, άλλα έπαθαν βλάβες και οι Ναουσιώτες δεν είχαν διαθέσιμα ούτε χέρια ούτε χρόνο, για να τα διορθώσουν. Το πυκνό τουφεκίδι που θέριζε τους στρατιώτες του πασά, είχε τώρα αραιώσει.
Έφθασε έτσι και η Πέμπτη του Πάσχα. Μαύρη και θλιβερή μέρα. Βουβά στα χέρια των περισσότερων παλικαριών απόμειναν τα τουφέκια και στα τείχη της πόλης έχασκαν μεγάλες τρύπες προδοτικές σαν ισάριθμες πύλες για την είσοδο των εχθρών. Αυτό περίμενε ο Αμπντούλ, αυτό είχε προετοιμάσει με τον βομβαρδισμό και με την αδιάκοπη καταπόνηση των πολιορκημένων.
Στις εκκλησιές στέκονταν ακόμα τα λάβαρα της Αναστάσεως, όταν οι Τούρκοι εξαπέλυσαν την τελευταία τους επίθεση. Τα λιγοστά τουφέκια που τους αποκρίνονταν δεν αρκούσαν να τους κρατήσουν σε απόσταση. Μερικοί πετούσαν κοτρόνια σε όσους ζύγωναν περισσότερο στα τείχη. Άλλοι, με το σπαθί στο χέρι, εμπόδιζαν όσους επιχειρούσαν να διαβούν από τις τρύπες των τειχών. Γυναίκες με πελέκια και σκεπάρνια αγωνίζονταν να γκρεμίσουν όσους σκαρφάλωναν στους μισογκρεμισμένους πύργους. Μα αυτό πόσο μπορούσε να κρατήσει;
Πριν φτάσει το μεσημέρι, μπουλούκια τούρκικα είχαν εισβάλει στην πλούσια αρχοντική πόλη. Όσων τα τουφέκια δούλευαν ακόμη, κλείστηκαν στα σπίτια τους, για να ρίξουν από κει και το υστερνό βόλι τους σ’ έναν αγώνα χωρίς ελπίδα.
Στο μεταξύ οι Τούρκοι είχαν ριχτεί σαν λυσσασμένοι σκύλοι στον άμαχο πληθυσμό. Γυναίκες νέες και παιδιά ήταν πολύτιμα λάφυρα, άξια να πιάσουν καλή τιμή στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.
Σαν τρελές οι γυναίκες έτρεχαν δώθε κείθε, ζητώντας να σώσουν όχι τη ζωή, μα την τιμή τους. Μπροστά τους, πίσω τους, παντού ολόγυρά τους Τούρκοι ούρλιαζαν απειλητικοί.
Εκεί παρέκει μόνον ακούονταν ο ρόχος από τα νερά του καταρράκτη της Αραπίτσας, καθώς με αφρούς πέφτανε πάνω στα βράχια. Τους φάνηκε πως τις καλούσαν.
– Αδερφάδες μου! Εκεί… εκεί…. Στον καταρράκτη! φώναξε μια δείχνοντας με το χέρι της τα νερά που πάφλαζαν ορμητικά.
Μια σκέψη άστραψε τότε στο μυαλό των κυνηγημένων. Εκεί ήταν η σωτηρία. Εκεί θα έβρισκαν λύτρωση από τη σκλαβιά. Άρπαξαν τα παιδιά τους και θαρρετά προχώρησαν ως την άκρη του καταρράκτη και πήδησαν μέσα κρατώντας τα. Μια… δυο… τρεις… πέντε… είκοσι… τριάντα… κι άλλες κι άλλες… Έτσι δεν θα ζούσαν σε χαρέμια αγάδων κι ούτε τα παιδιά τους θα μεγάλωναν σκλάβοι.
Αντί για λουλούδια η Αραπίτσα τις τύλιξε με τους αφρούς της και μια ηλιαχτίδα, πέφτοντας λοξά, σχημάτισε πολύχρωμο στεφάνι πάνω από τον υγρό τάφο τους. Πόσες ήταν; Άλλοι λένε σαράντα, άλλοι εξήντα, άλλοι περισσότερες. Μα τι σημασία έχει; Ποιος τάχα τις μέτρησε μια-μια; Η πράξη κι όχι ο αριθμός έχει αξία. Έτσι έκανε και η αγία Δομνίνη (εορτάζει 4 Οκτωβρίου), η οποία πρώτα βύθισε τις θυγατέρες της στα νερά του ποταμού της Ιεραπόλεως, για να μη ατιμασθούν από τους στρατιώτες, που τις είχαν συλλάβει και, κατόπιν, καταβυθίστηκε και η ίδια.
Κάποια νεαρή, με το όνομα Λεμονιά, από τη συνοικία του Αγίου Γεωργίου, καταδιωκόμενη από ομάδα έφιππων τούρκων έφτασε στην Αράπιτσα, σε ένα σημείο που ο ποταμός στενεύει αρκετά, αλλά έχει πολύ βάθος και απόκρημνες όχθες. Εκεί εγκλωβισμένη και ενισχυμένη από τη δύναμη της απελπισίας, χωρίς να διστάσει, κατάφερε και πήδησε πάνω από το ποτάμι και κατάφερε να σωθεί, γιατί οι έφιπποι που είδαν αυτό, νόμισαν ότι το μέρος ήταν βατό και όρμησαν για να συνεχίσουν την καταδίωξη, αλλά επειδή η απέναντι πλευρά ήταν ανώμαλη και ψηλότερη, δεν τα κατάφεραν και έπεσαν στις απόκρημνες όχθες του ποταμού βρίσκοντας το θάνατο. Η νεαρή όμως, αργότερα, συνελήφθη και σκοτώθηκε με φοβερά μαρτύρια.
Η πόλη έπεσε εκτός από τον πύργο στο βορειοδυτικό άκρο της πόλεως παρά τον ποταμό «Αράπιτσα», στον οποίο είχαν οχυρωθεί ο Ζαφειράκης με τον μεγαλύτερο γυιό τού Καρατάσου και 500 οπλοφόροι. Την νύκτα ο Ζαφειράκης επιχείρησε με μερικούς συντρόφους του ηρωική έξοδο. Διέσπασαν τον κλοιό των Τούρκων, αλλά εν συνεχεία προδόθηκαν οι θέσεις τους, με συνέπεια ο Ζαφειράκης και οι σύντροφοί του να σκοτωθούν πολεμώντας.
Τελικά, οι Τούρκοι με συνεχείς επιθέσεις εισήλθαν στον πύργο, όπου έπειτα από σκληρή μάχη σκοτώθηκαν πολλοί υπερασπιστές του, ενώ άλλοι βρήκαν καταφύγιο στο Βέρμιο. Στην πόλη οι οπλαρχηγοί Ζώτος και Τσούπης με τον μικρότερο γυιό του Καρατάσου και τους συντρόφους τους κλείστηκαν σε μια πυριτιδαποθήκη. Αφού αντιστάθηκαν γενναία, τελικά επιχείρησαν έξοδο, κατορθώνοντας να διαφύγουν στα γύρω βουνά. Στην αποθήκη παρέμεινε ο βαριά τραυματισμένος Ζώτος. Όταν οι Τούρκοι τον πλησίασαν έβαλε φωτιά στην πυρίτιδα και ανατινάχθηκαν όλοι στον αέρα.
Τους επαναστάτες, που κατόρθωσαν να ξεφύγουν στα βουνά, τους ακολούθησαν οι γυναίκες τους έχοντας, στην πλειοψηφία τους, και τα μωρά στην αγκαλιά. Δε μπορούσαν όμως να ακολουθήσουν τους άντρες εξαιτίας του βάρους, αλλά και της φυσικής τους αδυναμίας. Για να μη προδίδουν τη θέση τους, όταν κρύβονταν από τα κλάματα των βρεφών, προτίμησαν οι ίδιοι να τα σκοτώσουν παρά να τα αφήσουν στα χέρια των Τούρκων.
Έτσι η Αικατερίνη, σύζυγος του Αγγελάκη Γκοντύλη, ακολουθούσε τον άντρα της μαζί με το δίχρονο, πρωτότοκο μωρό τους. Επειδή έκλαιγε, της διατάχθηκε να το εγκαταλείψει, πράξη την οποία και έκανε με πολύ δισταγμό. Επειδή όμως το μωρό έκλαιγε συνεχώς και ήταν κίνδυνος να προδοθούν, κάποιος από τους οπλίτες γύρισε και το σκότωσε.
Την πτώση της μαρτυρικής πόλης ακολούθησαν επί πέντε ημέρες γενικευμένες σφαγές, καταστροφές και λεηλασίες εκκλησιών, σπιτιών και περιουσιών αλλά και απερίγραπτες σκηνές αυτοθυσίας και ηρωισμού. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν η σύζυγος και η κόρη του Ζαφειράκη καθώς και οι σύζυγοι των Καρατάσιου και Γάτσου.
Για την ικανοποίηση των βαρβάρων ενστίκτων του ο τούρκος πασάς έδωσε εντολή να σφάζεται κάθε συλλαμβανόμενος Ναουσαίος ηλικίας 15-64 ετών. Ο ίδιος έδωσε την εξουσία στους στρατιώτες του να οργιάσουν. («ανήμερο θηρίο, εξωμότης χριστιανός, παπαδογιός Γιουρτζής, με αδελφό καλόγερο στην αγιορειτική Μονή των Ιβήρων, αυτός ο άγριος ροπαλοφόρος, ο Λουμπούτ πασάς… εξόντωσε πολλούς αγιορείτες σεπτούς πατέρες, που ήδη οι μετάνοιές τους τους τιμούν σαν νεομάρτυρες, γιατί σφάχτηκαν στην αγία υπακοή, στα Μετόχια της Καλαμαριάς και της Χαλκιδικής…» τον περιγράφει χαρακτηριστικά ο Αρχιμ. Πορφύριος, Ηγούμενος της Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Βέροιας).
Ακολούθησαν αποτρόπαιες σκηνές: Παρθένες ατιμάζονται μπροστά στους γονείς τους. Κρεμούνται οι γυναίκες από τα κλαδιά των πλατάνων. Στα πόδια τους κρεμούν και τα παιδιά τους και από κάτω βάζουν φωτιά, λέγοντας ειρωνικά: «Πηγαίνετε τώρα, μάρτυρες του Χριστού, να συναντήσετε τα παιδιά σας κοντά στον Χριστό». Κόβονται στην μέση τα νήπια, αρπάζοντάς τα από την αγκαλιά της μητέρας τους. Σχίζονται οι κοιλιές των εγκύων, για να δουν, αν το παιδί είναι αγόρι ή κορίτσι. Κάποιος εξωμότης κτίζει ζωντανή στον τοίχο μία γυναίκα: Ήταν η μητέρα του!
Έγραψε ο ιστορικός Ευστ. Στουγιαννάκης: «Είχαν φέρει από την Βέροια δήμιους τσιγγάνους, με ξακουστούς τους αρχιδήμιους Πάντσιο και Καραχασάν. Όμως ωμότεροι όλων και πλέον θηριώδεις αναδείχθησαν οι 600 περίπου Εβραίοι που ήλθαν ως εθελοντές από τη Θεσσαλονίκη. Οι Εβραίοι αυτοί ήταν τυφλά όργανα των Τούρκων και οι τρομερότεροι σφαγείς των Χριστιανών. Δύο από αυτούς, ο Αβραάμ και ο Ιωσέφ, ζούσαν στη Θεσσαλονίκη μέχρι και το 1865. Ο τελευταίος, μάλιστα, περηφανευόταν ότι μέσα σε μία μέρα έσφαξε 64 Ναουσαίους.
«Όλες τις αρχόντισσες της Νάουσας και προπαντός τις γυναίκες των αρχηγών, τις έστησαν όρθιες μπροστά στο διοικητήριο σε λάκκους και τις σκέπασαν μέχρι τη ζώνη με χώμα. Έπειτα ο τουρκικός όχλος τις έβριζε, τις έφτυνε και τις χτυπούσε μ’ αναμμένα δαυλιά. Τη στιγμή που τις βασάνιζαν κατέβηκε από το διοικητήριο ο Αβδούλ-Αβούτ πασάς, προτείνοντας να αλλαξοπιστήσουν. Τη γυναίκα και τη νύφη του Ζαφειράκη που αρνήθηκαν τις έκλεισαν μέσα σε σάκους με γάτες και ποντίκια. Τη γυναίκα του Καρατάσου, που στην πρόταση να αλλαξοπιστήσει έβρισε τον Αβδούλ-Αβούτ, την έκλεισαν σε σάκο με φίδια. Άλλες γυναίκες τις φυλάκισαν σε μπουντρούμια και τις άφησαν να πεθάνουν χωρίς νερό και τροφή. Άλλες τις έριξαν σε υπονόμους και έφραξαν τις εξόδους μέχρι να πεθάνουν». Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Πουκεβίλ: « . . . πολλές γυναίκες τις έβαζαν γυμνές μέσα σε σάκους μέχρι τον λαιμό με γάτες και ποντίκια».
Ο τούρκος πασάς, έδωσε εντολή και συγκεντρώθηκαν περίπου 1.500 αιχμάλωτους, άνδρες και γυναικόπαιδα, στην θέση Κιόσκι. Εκεί οι Εβραίοι ανέλαβαν πρωταγωνιστικό ρόλο, και αφού τους έσφαξαν, τα κεφάλια τους ταριχεύτηκαν και στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη ως τεκμήριο της νίκης του Εμπού, ενώ τα πτώματά τους αφέθηκαν βορά στα ζώα και τα αρπακτικά πουλιά. Ο θρύλος λέει πως τόσο πολύ ήταν το αίμα που πότισε τη γη, ώστε για τα επόμενα πέντε χρόνια δεν φύτρωνε χορτάρι σε εκείνο το σημείο.
Έκθεση ξένου προξενείου στη Θεσσαλονίκη περιγράφει τις δραματικές σκηνές που προηγήθηκαν της «διαλογής» των σκλάβων και έλαβαν χώρα πλάι στον τόπο των σφαγών: «Όλο το Κιόσκι είχε μετασχηματιστεί εις πανηγύρι κλαυθμώνος, ένθεν ανθρωπομακελείον, ένθεν αγοραπώλησις αιχμαλώτων, γυναικών, παιδιών, διηρημένον εις πωλητάς, διαφόρους, ένας έχων την μητέρα, άλλος τα τέκνα, έσκουζαν και τσίριζαν τα παιδιά διά τας μάνας των, αλλά αδύνατον, διότι άλλος είχε τους μεν, άλλος τους δε…».
Ἄμεση εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ φιλέλληνος Γάλλου ἱστορικοῦ Πουκεβίλ, πού δημοσιεύθηκε τό 1824 στό Παρίσι καί περιγράφει τό μαρτύριο τῶν Ναουσαίων νεομαρτύρων. «Τεσσάρων νέων, ἀφοῦ ἀπέκοψαν τάς χεῖρας ἔστησαν αὐτούς ἐπί σωροῦ πτωμάτων καί τούς προέτρεπον εἰς ἐξωμοσίαν. Ἀρνουμένων δέ ἐκείνων ἔκοψαν ἀλληλοδιαδόχως τάς ρίνας, τά ὦτα, τά χείλη, καί τελευταίως ἐξορύξαντες τούς ὀφθαλμούς τωνἀφῆκαν αὐτούς ἡμιθανεῖς».
Ἐντυπωσιασμένος ἀπό τή δύναμη τῆς ψυχῆς καί τῆς πίστεώς τους περιγράφει τίς στιγμές τῶν νεομαρτύρων τῆς Ναούσης ἐνώπιον τῶν Τούρκων δικαστῶν τους ὁ James Baker στό βιβλίο του «Ἡ Τουρκία στήν Εὐρώπη» πού δημοσιεύθηκε τό 1876. «Τούς φώναζαν ἕναν-ἕναν. Τούς ρωτοῦσαν τό ὄνομά τους καί στή συνέχεια ἀκολουθοῦσε ἡ ἴδια πάντα ἐρώτηση: «Γκιαούρη, πιστεύεις στόν θεό καί στόν προφήτη γιά νά σώσεις την ψυχή σου;» Ἡ ἀπάντηση ὅλων ήταν μία: «Ὄχι, ἐφέντιμ».
«Ἀληθινά», σημειώνει ὁ Baker, «αὐτοί ἦταν χριστιανοί μάρτυρες. Και ἡ φυλή τους θά πρέπει νά εἶναι ἱκανή μεγάλων κατορθωμάτων».
Σύμφωνα μέ τη μαρτυρία αὐτοῦ τοῦ μάρτυρος ὑπῆρξε ἕνας νεαρός ἄνδρας, τόσο σωματώδης, τόσο εὐγενής, τόσο ὄμορφος, πού σταμάτησαν. Κατόπιν διστακτικά τοῦ τέθηκε τό μοιραῖο ἐρώτημα, καί ἀπάντησε ἀποφασιστικά. «Ὄχι». «Γύρνα πίσω, γκιαούρη, καί σκέψου καλύτερα τίς συνέπειες τῆς ἀρνήσεώς σου για μία ὥρα ἀκόμη». Πάλι τόν ἔσυραν ἐμπρός στόν κριτή, καί πάλι ἡ ἴδια ἀπάντηση. Ἀκόμη ἀπρόθυμοι, να πάρουν μία τόσο τέλεια ὕπαρξη, τοῦ προσέφεραν μία τρίτη καί τελευταία εὐκαιρία γιά μεταμέλεια. Τί λές τώρα, νεαρέ γκιαούρη; Θά δεχθεῖς τους ὅρους γιά νά ζήσεις; Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ποτέ, ἀπάντησε. Καί ἐδέχθη το ἀποτέλεσμα.
Οι Τούρκοι θα είχαν σφάξει και άλλους Ναουσαίους, αν δεν συνέβαινε το ακόλουθο περιστατικό: Κάποιος, με το όνομα Νίκος Κοκοβίτης, ράφτης στο επάγγελμα, οδηγήθηκε, μετά την παραπάνω διαδικασία, στους δήμιους για να τον αποκεφαλίσουν. Μόλις του έκοψαν το κεφάλι, αυτός, αντί να πέσει κάτω, σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να περπατά προς τη σκηνή του στρατάρχη. Έπειτα άλλαξε κατεύθυνση, πήδησε κάποιο αυλάκι και προχώρησε προς τη γέφυρα. Εκεί, μόλις τον ακούμπησε κάποιος Αλβανός, έπεσε κάτω. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε από τους Τούρκους θαύμα και δόθηκε διαταγή να σταματήσει η σφαγή και πραγματικά, μετά από αυτόν δε σφάχτηκε κανείς άλλος.
Πέντε Ιερομάρτυρες της Ναούσης που μαρτύρησαν την Πέμπτη της Διακαινησίμου του έτους 1822, σφαγιάσθηκαν υπό των Οθωμανών την ώρα που ιερουργούσαν στον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου Ναούσης που πανηγύριζε εκείνη την ημέρα. Από τους πέντε ιερείς μας είναι γνωστά τα ονόματα μόνο των τριών: Γεράσιμος ο Πνευματικός, Δημήτριος ο Σακελλάριος και Ιωάννης ο εκ Πέτρας Ολύμπου. Μαζί τους μαρτύρησε και πλήθος πιστών οι οποίοι συμμετείχαν στην Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία.
Το κεφάλι του Ζαφειράκη σε ασημένιο δίσκο το προσέφεραν επινίκιο δώρο στον Εμπού Λουμπούτ οι σωματοφύλακές του. Τα κεφάλια των σκοτωμένων στην πόλη μαζί με δεκάδες στεφάνια από κομμένα αυτιά έστειλε ο Αμπντούλ Αμπούντ στην Κωνσταντινούπολη, αποδεικνύοντας έτσι για μια ακόμη φορά το μέγεθος της βαρβαρότητας των Τούρκων. Από την γενική σφαγή τελικά ξέφυγαν οι Καρατάσος και Γάτσος με 300 άνδρες, οι οποίοι μαχόμενοι συνεχώς έφθασαν στο Μεσολόγγι. Στις 7/5/1822 ο Εμπού Λουμπούτ επέστρεψε θριαμβευτικά στην Θεσσαλονίκη, ακολουθούμενος από τον τουρκικό στρατό και τους ατάκτους με την λεία τους, αποτελούμενη από χρήματα, όπλα, σκεύη, έπιπλα, ρούχα, εκκλησιαστκά είδη και αιχμαλώτους, ιδιαίτερα γυναίκες που προορίζονταν για τα σκλαβοπάζαρα.
Οι σύζυγοι των τριών οπλαρχηγών εστάλησαν ως δώρο στον βεζίρη της Θεσσαλονίκης, και όπως μας πληροφορεί ο Σπυρίδων Τρικούπης, «η μεν γυναίκα του Γάτσου ετούρκευσεν αποδειλιάσασα ενώπιον των βασάνων, αι δε δύο άλλαι μη αλλαξοπιστήσασαι προσηλώθησαν (σ.σ.: καρφώθηκαν) απέναντι αλλήλων όρθιαι επί του τοίχου μιας των αιθουσών του παλατίου του θηριώδους βεζίρη και απέθαναν πολυειδώς βασανιζόμεναι…».
Ο Πουκεβίλ ἀναφέρεται στή γυναίκα τοῦ ὁπλαρχηγοῦ Καρατάσου πού μαρτύρησε «δεόμενη ὑπέρ τῶν δημίων της καί ἐπικαλούμενη τή βοήθεια τῆς Παναγίας», καί πιστοποιεῖ ὅτι οἱ Τοῦρκοι «δολοφόνησαν τή γυναίκα τοῦ Καρατάσου καί τοῦ Ζαφειράκη, ἐπειδή δέν δέχθηκαν νά ἀλλαξοπιστήσουν». Ἡ μία μαρτύρησε μέσα σέ ἕνα τσουβάλι μέ φίδια. Τή δεύτερη τήν ἔκτισαν μέσα σέ ἕνα τοῖχο!
Οι σύζυγοι των Ζαφειράκη και Γάτσου έχουν και εκείνες το δικό τους μαρτύριο: Αλείφονται με μέλι στο κεφάλι και δεμένες εκτίθενται, ώστε να δέχωνται τα ενοχλητικά τσιμπήματα των σφηκών… αλλά και των παρατρεχάμενων.
Λένε ότι μετά τα παραπάνω με διαταγή του στρατάρχη χτίστηκαν μέχρι το λαιμό στο τείχος σε κάποια γωνιά της Αγίας Σοφίας και αφέθηκαν εκεί για κάποιες μέρες προς ψυχαγωγία του άγριου όχλου που πήγαινε εκεί βρίζοντας και χτυπώντας με ραβδιά τα κεφάλια τους καθώς προεξείχαν του τείχους.
Η σύζυγος του Ζαφειράκη δεν οπισθοχώρησε καθόλου, ενισχυόμενη μέχρι την τελευταία της πνοή από την προσευχή. Το μαρτύριό της κράτησε πέντε ημέρες. Μία περαστική τσιγγάνα της πέταξε μία μεγάλη πέτρα και έτσι η μακάρια παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού, τον Οποίον δεν αρνήθηκε. Τα άψυχα κορμιά όλων αυτών των αγίων Γυναικών κατέληξαν στην θάλασσα.
Ο Πουκεβίλλ περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα στον πολιτισμένο κόσμο όσες δραματικές σκηνές είδε εκεί με τα ίδια τα μάτια του «πολλές γυναίκες γυμνές τις έβαζαν μέχρι τον λαιμό μέσα σε σάκκους που είχαν γάτες και ποντίκια….
Μαζί με τη Νάουσα περίπου 120 χωριά πυρπολήθηκαν. Εκτιμήσεις υπολογίζουν τον αριθμό των θυμάτων έως περίπου 5.000, ενώ άλλοι τόσοι (κυρίως γυναικόπαιδα) αιχμαλωτίστηκαν για να πάρουν τον δρόμο των σκλαβοπάζαρων.
Στην περιοχή «Στουμπάνοι», όπου οι νέες γυναίκες με τα βρέφη τους έπεσαν στο βάραθρο, υπάρχει μνημείο με το άγαλμα της Ναουσαίας με τα παιδιά στην αγκαλιά της, με την επιγραφή: «Διαβάτη, στάσου με ευλάβεια στη μνήμη των νεκρών. Μέσα στο βάραθρο που ξανοίγεται μπροστά σου, βρήκαν ένδοξο και ηρωικό θάνατο οι γυναίκες και τα παιδιά της Νάουσας, για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του Ελληνικού έθνους στις 22 Απριλίου 1822».
Για την συνεισφορά της στον αγώνα της απελευθέρωσης από τους Τούρκους, η Νάουσα είναι η μόνη πόλη που φέρει τον τίτλο «ηρωική», με βασιλικό διάταγμα του 1955.
Στο πλαίσιο ΑΜΒΛΥΝΣΗΣ του αντισημιτισμού, το κεφάλαιο που αναφέρεται στις αγριότητες των Εβραίων ΑΠΑΛΕΙΦΘΗΚΕ με παρέμβαση του Γ. Παπανδρέου, όταν ήταν υπουργός Παιδείας!!!!.
Μετά την καταστροφή, η επανάσταση στη Μακεδονία ουσιαστικά έσβησε, αν και συνεχίστηκαν κάποιες εχθροπραξίες στα βουνά της Δυτ. Μακεδονίας.
Πηγές:
https://www.facebook.com/permalink.php?id=385676948296044&story_fbid=1338934389636957 Σταγονες Ελληνικης Ιστοριας Drops of Hellenic History
https://www.topikifoni.gr/article.php?title=to-olokaytwma-ths-naoysas-grafei-o-mixalhs-loykas-13628
https://www.facebook.com/108949700508183/posts/248857139850771/ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821. Της Καλλιόπης Σφαέλλου
https://www.topikifoni.gr/article.php?title=to-olokaytwma-ths-naoysas-grafei-o-mixalhs-loykas-13628 ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ / γράφει ο Μιχάλης Λουκάς







